Ίρβιν Γιάλομ: “Είμαστε πλάσματα που αναζητούν ένα νόημα”

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ|

ΦΑΝΤΑΣΤΕΙΤΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗ ΣΚΗΝΗ: ζητάμε από τριακόσιους ή τετρακόσιους ανθρώπους, άγνωστους μεταξύ τους, να σχηματίσουν ζευγάρια και να θέσουν στον παρτενέρ τους μία και μόνη ερώτηση: «Τι θέλεις;» ξανά και ξανά και ξανά.

yalom-586x330

Υπάρχει τίποτε απλούστερο; Μία μόνο αθώα ερώτηση και η απάντηση της. Κι όμως, έχω δει επανειλημμένα αυτή την ομαδική άσκηση να προκαλεί συναισθήματα απρόσμενης έντασης. Συχνά μέσα σε μερικά λεπτά η αίθουσα πάλλεται από τη συγκίνηση. Άντρες και γυναίκες -που δεν είναι με κανέναν τρόπο απελπισμένοι ή στερημένοι, αλλά ευτυχισμένοι, λειτουργικοί, καλοντυμένοι άνθρωποι που λάμπουν από την παρουσία τους- συντάσσονται ως το βαθύτερο είναι τους. Αναζητούν αυτούς που έχουν χαθεί για πάντα – νεκρούς ή απόντες γονείς, συζύγους, παιδιά, φίλους: «Θέλω να σε ξαναδώ». «Θέλω την αγάπη σου». «Θέλω να ξέρω πως είσαι περήφανος για ‘μένα». «Θέλω να ξέρεις ότι σ’ αγαπώ και πόσο λυπάμαι που δε σ’ το είπα ποτέ». «Θέλω να γυρίσεις – είμαι τόσο μόνος». «Θέλω την παιδική ηλικία που δεν είχα ποτέ». «Θέλω να ξαναβρώ την υγεία μου – να ξαναγίνω νέος. Θέλω να μ’ αγαπάνε, να με σέβονται. Θέλω η ζωή μου να έχει νόημα. Θέλω να κατορθώσω κάτι. Θέλω να είμαι σημαντικός για τους άλλους, να με θυμούνται».

Τόσο πολλά «θέλω». Τόσο πολλή λαχτάρα. Και τέτοια οδύνη, τόσο κοντά στην επιφάνεια, ώστε ν’ αποκαλύπτεται μέσα σε λίγα μόνο λεπτά. Οδύνη για το πεπρωμένο. Οδύνη για την ύπαρξη. Οδύνη που είναι πάντα εκεί, που κυκλοφορεί συνεχώς κάτω από τη μεμβράνη της ζωής. Οδύνη που την αγγίζουμε πάρα πολύ εύκολα. Πολλά πράγματα -μια απλή ομαδική άσκηση, λίγα λεπτά βαθύτερου συλλογισμού, ένα έργο τέχνης, ένα κήρυγμα, μια προσωπική κρίση που περνάμε, μια απώλεια- μας υπενθυμίζουν ότι τα βαθύτερα «θέλω» μας δεν μπορούν ποτέ να πραγματοποιηθούν: η επιθυμία μας να μείνουμε νέοι, να σταματήσει η διαδικασία της γήρανσης, να επιστρέψουν όσοι έχουν χαθεί, να έχουμε αιώνια αγάπη, προστασία, σπουδαιότητα, η επιθυμία μας για την ίδια την αθανασία.
Ακριβώς όταν αυτά τα «θέλω» που δεν μπορούμε να τα κατακτήσουμε αρχίζουν να κυριαρχούν στη ζωή μας, τότε στρεφόμαστε για βοήθεια στην οικογένειά μας, στους φίλους, στη θρησκεία – και μερικές φορές στην ψυχοθεραπεία.

Στο βιβλίο αυτό αφηγούμαι τις ιστορίες δέκα ασθενών που στράφηκαν στην ψυχοθεραπεία και στη διάρκεια της θεραπευ¬τικής τους δουλειάς πάλεψαν με την οδύνη της ύπαρξης. Δεν ήταν αυτός ο λόγος που ήρθαν σε μένα για να τους βοηθήσω. Αντίθετα, και οι δέκα υπέφεραν από κοινά προβλήματα της καθημερινής ζωής: μοναξιά, αυτοπεριφρόνηση, ανικανότητα, ημικρανίες, σεξουαλικούς καταναγκασμούς, παχυσαρκία, υπέρταση, πένθος, μια καταστροφική ερωτική εμμονή, διακυμάνσεις της διάθεσης, κατάθλιψη. Κι όμως, με κάποιον τρόπο (ο οποίος ξετυλίγεται διαφορετικά σε κάθε ιστορία) η ψυχοθεραπεία αποκάλυψε πώς αυτά τα καθημερινά προβλήματα είχαν βαθιές ρίζες – ρίζες που έφταναν ως τα ίδια τα θεμέλια της ύπαρξης.

«Θέλω! Θέλω!» ακούγεται σ’ όλες αυτές τις ιστορίες. Μια ασθενής φώναζε, «Θέλω να ξαναγυρίσει η αγαπημένη μου κόρη που πέθανε», παραμελώντας συγχρόνως τους δυο γιούς της που ζούσαν. Ένας άλλος επέμενε, «Θέλω να πηδήξω όποια γυναί¬κα βρεθεί μπροστά μου», ενώ ο καρκίνος των λεμφαδένων κυρίευε κάθε ελεύθερο πόντο του κορμιού του. Κι άλλος ένας παρακαλούσε, «Θέλω τους γονείς, την παιδική ηλικία που δεν είχα ποτέ», αγωνιώντας για τρία γράμματα που δεν μπορούσε να πεί¬σει τον εαυτό του να τα ανοίξει. Μια ασθενής δήλωσε, «Θέλω να μείνω για πάντα νέα», καθώς, γριά γυναίκα πια, δεν μπορούσε να παραιτηθεί από τον έμμονο έρωτά της για έναν άντρα τριανταπέντε χρόνια νεότερο.

Πιστεύω ότι το πρωταρχικό υλικό της ψυχοθεραπείας είναι πάντα αυτού του είδους η υπαρξιακή οδύνη – και όχι, όπως υποστηρίζεται συχνά, απωθημένες ενστικτικές ορμές κάποιων ατελώς θαμμένων υπολειμμάτων ενός τραγικού προσωπικού πα-ρελθόντος. Στην ψυχοθεραπεία που κάναμε με καθέναν απ’ αυτούς τους δέκα ασθενείς, η πρωτογενής κλινική υπόθεσή μου -μια υπόθεση πάνω στην οποία βάσισα την τεχνική μου- ήταν ότι η θεμελιώδης αγωνία ξεπηδά απ’ τις απόπειρες κάθε ανθρώ¬που, συνειδητές και ασυνείδητες, να χειριστεί τα σκληρά γεγο¬νότα της ζωής, τα «δεδομένα» της ύπαρξης.

Ανακάλυψα ότι τέσσερα δεδομένα έχουν ιδιαίτερη συνάφεια με την ψυχοθεραπεία: Το αναπόφευκτο του θανάτου για όλους μας προσωπικά και γι’ αυτούς που αγαπάμε. Η ελευθερία να φτιάξουμε τη ζωή μας όπως τη θέλουμε. Η έσχατη μοναχικότητα μας. Και, τέλος, η απουσία οποιασδήποτε προφανούς ση¬μασίας ή νοήματος στη ζωή. Όσο μελαγχολικά και να φαίνον¬ται αυτά τα δεδομένα, εμπεριέχουν τους σπόρους της σοφίας και της λύτρωσης. Μ’ αυτές τις δέκα ιστορίες ψυχοθεραπείας ελπί¬ζω να δείξω ότι είναι δυνατόν ν’ αντιμετωπίσουμε τις αλήθειες της ύπαρξης και να χαλιναγωγήσουμε την ισχύ τους προς όφε¬λος της προσωπικής μας αλλαγής και ωρίμασης.

[…]Αν όμως ο θάνατος είναι αναπόφευκτος, αν όλα τα επιτεύγμα¬τά μας, ακόμα και ολόκληρο το ηλιακό μας σύστημα, πρόκειται μια μέρα να γίνουν σκόνη, αν ο κόσμος είναι σχετικός (δηλαδή αν τα πάντα μπορούσαν να ήταν κι αλλιώς), αν τα ανθρώπινα όντα πρέπει να κατασκευάσουν τον κόσμο και το ανθρώπινο πλάνο αυτού του κόσμου, τότε ποιο αιώνιο νόημα μπορεί να υπάρχει στη ζωή;

Το ερώτημα αυτό βασανίζει τους σύγχρονους ανθρώπους, άν¬τρες και γυναίκες, και πολλοί στρέφονται στην ψυχοθεραπεία γιατί νιώθουν ότι η ζωή τους δεν έχει νόημα και σκοπό. Είμα¬στε πλάσματα που αναζητούν ένα νόημα. Βιολογικά το νευρολογικό μας σύστημα είναι έτσι οργανωμένο, ώστε ο εγκέφαλος να κατατάσσει αυτόματα τα εισερχόμενα ερεθίσματα σε δομές. Το νόημα παρέχει επίσης μια αίσθηση ελέγχου: νιώθοντας αβοήθη¬τοι και μπερδεμένοι μπροστά σε τυχαία, ασύνδετα συμβάντα, ζητάμε να τα βάλουμε σε τάξη και, κάνοντάς το, αποκτούμε μια αίσθηση ελέγχου πάνω τους. Ακόμα πιο σημαντικό είναι ότι το νόημα γεννάει αξίες, κι αυτές έναν κώδικα συμπεριφοράς: έτσι η απάντηση σε ερωτήματα που αφορούν το γιατί (Γιατί ζώ;) παρέχει μια απάντηση σε ερωτήματα που αφορούν το πώς (Πώς ζω;).

Στις δέκα αυτές ιστορίες ψυχοθεραπείας λίγες είναι οι συζη¬τήσεις που γίνονται ρητά γύρω απ’ το νόημα της ζωής. Η ανα¬ζήτηση νοήματος, όπως και η αναζήτηση απόλαυσης, πρέπει να προκύπτει με τρόπο πλάγιο. To νόημα έρχεται ως αποτέλεσμα κάποιας ουσιαστικής δραστηριότητας: όσο πιο συγκεκριμένα το επιδιώκουμε, τόσο λιγότερο πιθανό είναι να το ανακαλύψουμε. Τα λογικά ερωτήματα που μπορεί κάνεις να θέσει γύρω απ’ το νόη¬μα θα είναι πάντα περισσότερα απ’ τις απαντήσεις. Στην ψυχοθεραπεία, όπως και στη ζωή, η ύπαρξη νοήματος είναι πα¬ραπροϊόν της συμμετοχής και της δέσμευσης, και σ’ αυτό πρέπει οι θεραπευτές να κατευθύνουν τις προσπάθειές τους – όχι ότι η συμμετοχή παρέχει τη λογική απάντηση σε ερωτήματα περί νοήματος, αλλά τα κάνει να χάνουν τη σπουδαιότητά τους.

Αυτό το υπαρξιακό δίλημμα –η αναζήτηση νοήματος και βεβαιότητας μέσα σ’ ένα σύμπαν που δε διαθέτει κανένα από τα δυο- έχει τεράστια σημασία για το επάγγελμα του ψυχοθεραπευτή. Στην καθημερινή τους εργασία οι θεραπευτές βιώνουν σημαντική αβεβαιότητα, αν έχουν την πρόθεση να δημιουργή¬σουν αυθεντική σχέση με τους ασθενείς τους. Κατ’ αρχάς, όταν ο ασθενής έρχεται αντιμέτωπος με αναπάντητα ερωτήματα, εκθέτει και τον θεραπευτή σ’ αυτά τα ίδια ερωτήματα. Κι ο θερα¬πευτής όμως πρέπει ν’ αναγνωρίσει, όπως χρειάστηκε να κάνω εγώ στο «Δύο χαμόγελα», ότι η εμπειρία του άλλου είναι, τελικά, απροσπέλαστα ιδιωτική και αμετάφραστη.

Πράγματι, η ικανότητα ν’ αντέχεις την αβεβαιότητα είναι προαπαιτούμενη για το επάγγελμά μας. Παρόλο που ο κόσμος ίσως πιστεύει ότι οι Θεραπευτές καθοδηγούν συστηματικά και με σίγουρο χέρι τούς ασθενείς τους μέσα από προβλέψιμα στάδια της θεραπείας προς έναν εκ των προτέρων γνωστό στόχο, αυτό σπάνια συμβαίνει: αντίθετα, όπως μαρτυρούν οι ιστορίες αυτές, οι θεραπευτές συχνά αμφιταλαντεύονται, αυτοσχεδιάζουν και αναζητούν στα τυφλά κάποια κατεύθυνση. Ο πανίσχυρος πειρα¬σμός να κατακτήσεις, τη βεβαιότητα ασπαζόμενος ένα ιδεολογικό σύστημα και μια αυστηρή σχολή ψυχοθεραπείας είναιπαραπλανητικός: μια τέτοια πίστη μπορεί να μπλοκάρει την αβέβαιη και αυθόρμητη συνεύρεση που είναι απαραίτητη για την αποτελεσματική θεραπεία.

Η συνεύρεση αυτή, η αληθινή καρδιά της ψυχοθεραπείας, είναι μια στοργική, βαθιά ανθρώπινη συνάντηση μεταξύ δύο προσώπων, που το ένα (συνήθως ο ασθενής, αν και όχι πάντα) αντιμετωπίζει μεγαλύτερες δυσκολίες απ’ το άλλο. Οι θεραπευτές έχουν διπλό ρόλο: πρέπει και να παρατηρούν και να συμμετέχουν στη ζωή των ασθενών τους. Ως παρατηρητής, ο θεραπευτής πρέπει να είναι επαρκώς αντικειμενικός για να παρέ¬χει την απαραίτητη βασική καθοδήγηση στον ασθενή. Ως συμμετέχων, μπαίνει στη ζωή του ασθενούς, επηρεάζεται και συχνά αλλάζει ο ίδιος από τη συνεύρεση αυτή.

Επιλέγοντας να μπω πλήρως μέσα στη ζωή του κάθε ασθε¬νούς μου, εγώ ο θεραπευτής, δεν εκτίθεμαι μόνο στα ίδια υπαρ¬ξιακά ζητήματα που απασχολούν κι εκείνον, αλλά πρέπει καινα είμαι προετοιμασμένος να τα εξετάσω με τους ίδιους ερευνητι¬κούς κανόνες. Πρέπει να υποθέσω ότι το να γνωρίζεις είναι καλύτερο απ’ το να μη γνωρίζεις, το να δοκιμάζεις απ’ το να μη δοκιμάζεις. Κι ότι η μαγεία και η ψευδαίσθηση, όσο πλούσιες κι αν είναι, όσο δελεαστικές, τελικά αποδυναμώνουν το ανθρώπινο πνεύμα. Παίρνω πάρα πολύ σοβαρά τα λόγια του Τόμας Χάρντυ: «Αν υπάρχει οδός προς το Καλύτερο, αυτή απαιτεί μια πλήρη θέα του Χειροτέρου».

Ο διπλός ρόλος του θεραπευτή ως παρατηρητή και ως συμ¬μέτοχου είναι πολύ απαιτητικός, και σ’ αυτά τα δέκα περιστα¬τικά μου γέννησε μερικά βασανιστικά ερωτήματα. Θά ‘πρεπε, ας πούμε, να περιμένω από έναν ασθενή, που μου ζητούσε να του φυλάξω τα ερωτικά του γράμματα, να επιλύσει προβλήμα¬τα τα όποια εγώ απέφυγα να επιλύσω στη ζωή μου; Ήταν δυ¬νατό να τον βοηθήσω να προχωρήσει πιο πέρα από εκεί που έφτασα εγώ; Θά ’πρεπε να θέσω δύσκολα υπαρξιακά ερωτήμα¬τα σ’ έναν άνθρωπο που πέθαινε, σε μια χήρα, σε μια μητέρα που πενθούσε και σ’ έναν αγχωμένο συνταξιούχο που έβλεπε όνειρα για το πέρασμα στον άλλο κόσμο – ερωτήματα για τα οποία δεν έχω απαντήσεις; Θά ’πρεπε ν’ αποκαλύψω την αδυναμία μου και τους περιορισμούς μου σε μια ασθενή, της οποίας έβρισκα τόσο γοητευτική την άλλη, την εναλλακτική προσωπικότητα; Ήταν άραγε δυνατόν να δημιουργήσω μια ειλικρινή και στοργική σχέση με μια χοντρή κυρία που η εμφάνιση της με απωθούσε; Θά ’πρεπε, ανεμίζοντας το λάβαρο της διαφώτισης, ν’ αφαιρέσω την ερωτική ψευδαίσθηση μιας ηλικιωμένης γυναί¬κας που ήταν μεν παράλογη αλλά την έτρεφε και την παρηγο¬ρούσε; Ή να επιβάλω έντονα τη δική μου θέληση σ’ έναν άν¬θρωπο που, όντας ανίκανος να πράξει προς το συμφέρον του, αφηνόταν να τον τρομοκρατούν τρία κλειστά γράμματα;

Παρόλο που αυτές οι δέκα ιστορίες ψυχοθεραπείας είναι γε¬μάτες από τις λέξεις ασθενής και θεραπευτής, μην αφήνετε τους όρους αυτούς να σας παραπλανήσουν: είναι ιστορίες καθημε¬ρινών ανδρών, καθημερινών γυναικών. Ο ρόλος του ασθενούς μας αφορά όλους. Η χρήση αυτής της ταμπέλας είναι πολύ αυθαίρετη και συχνά εξαρτάται περισσότερο από πολιτισμικούς, εκ¬παιδευτικούς και οικονομικούς παράγοντες παρά από τη σοβα¬ρότητα της παθολογίας. Αφού οι θεραπευτές πρέπει να έρθουν κι εκείνοι, όπως οι ασθενείς τους, αντιμέτωποι μ’ αυτά τα δεδομένα της ύπαρξης, η επαγγελματική στάση της αμέτοχης αντικειμενικότητας, που είναι τόσο απαραίτητη στην επιστημονική μέθοδο, εδώ είναι ακατάλληλη. Εμείς οι ψυχοθεραπευτές δεν μπορούμε να κουνάμε το κεφάλι μας με συμπόνια και να προ¬τρέπουμε τους ασθενείς μας να παλέψουν αποφασιστικά με τα προβλήματά τους. Δεν μπορούμε να τους λέμε εσείς και τα προβλήματα σας. Αντίθετα, πρέπει να μιλάμε για μας και τα προβλήματά μας, γιατί η ζωή μας, η ύπαρξη μας, θα είναι πάντα στενά συνδεδεμένη με τον θάνατο, ο έρωτας με την απώλεια, η ελευθερία με τον φόβο και το μεγάλωμα με τον αποχωρισμό. Είμαστε όλοι μαζί σ’ αυτό.

Irvin D. Yalom – Ο Δήμιος του Έρωτα

Πηγή: o-klooun

Facebook Twitter Google+ LinkedIn