Από την εξάρτηση στη σχέση

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΙΑΚΩΒΟΣ ΣΙΑΝΟΥΔΗΣ
Bsc Ψυχολογίας, Συνθετικός Ψυχοθεραπευτής-Συγγραφέας|

Από το μαζί στο μόνοι και πάλι στο μαζί. Από την μήτρα στην ατομικότητα και πάλι στη συμβίωση. Η ζωή κινείται μεταξύ της εξάρτησης και της αυτονομίας όπως το στέλεχος μιας γραφομηχανής. Ξεκινούμε ως συμβιωτικοί οργανισμοί. Κατοικούμε στο σώμα ενός άλλου ανθρώπου μέχρι την ώρα που τα εσωτερικά μας όργανα μπορούν να υποστηρίξουν τις βασικές λειτουργίες ώστε να αντέξουμε τον έξω κόσμο. 

Η απόσχιση από αυτόν τον άλλο άνθρωπο, όμως, είναι μία διαδικασία που διαρκεί αρκετά περισσότερα χρόνια από την μέρα της γέννησής μας. Είναι διαδικασία που έρχεται σε στάδια. Μπουσουλάμε, στεκόμαστε, κάνουμε τα πρώτα βήματα τρεκλίζωντας μέχρι που φτάνουμε να τρέχουμε πιο γρήγορα απ’ όσο μπορούν να μας σταματήσουν. Από τη φύση μας έχουμε την ανάγκη να ξεμακρύνουμε μόνο που παράλληλα υπάρχει η ανάγκη για ένα σταθερό σημείο επιστροφής. Να ξέρουμε πως, όταν γυρίσουμε, ο άλλος θα είναι εκεί και δεν θα έχει αλλάξει κάτι σε αυτή την συνθήκη.

p1_1

Εκεί έρχεται η δυσκολότερη δουλειά της μάνας. Να μας επιτρέψει να εξερευνήσουμε τα όρια της ανεξαρτησίας μας χωρίς συνέπειες. Χωρίς την απειλή ότι αν απομακρυνθούμε, θα απομακρυνθεί κι εκείνη. Εάν συμβεί αυτό, μαθαίνουν να φοβόμαστε την αυτονομία. Τρέμουμε την ατομικότητα και την ανεξαρτησία. Εάν συμβεί αυτό, ανάλογης της επιθυμίας, θα είναι και ο φόβος να το κάνουμε. Όσο πιο πολύ ποθούμε κάτι, εξάλλου, αν αυτό το κάτι δεν το έχουμε επιδιώξει, καταλήγουμε να το φοβόμαστε με το ίδιο πάθος. Καταλήγουμε να παραμένουμε εξαρτημένοι με λίγο μακρύτερο ομφάλιο λώρο.

Τα νεογέννητα πουλιά τα ταΐζει η μητέρα τους απευθείας στο στόμα. Μασά η ίδια την τροφή και τη διοχετεύει στους οισοφάγους καθότι είναι πολύ μικρά και αδύναμα για να το κάνουν τα ίδια. Για να ανοίξουν τα φτερά τους, χρειάζεται να καταναλώσουν αρκετή από αυτή ώστε να δυναμώσουν. Σιγά-σιγά, και εκείνα, εκτός από το να χωνέψουν, μπορούν και να μασήσουν, και τσιμπούν πλέον μόνα τους από το απόθεμα της φωλιάς. Όλα αυτά για να μπορέσουν μια μέρα να την εγκαταλείψουν σε αναζήτηση της δικής τους ζωής.

Την ίδια ανάγκη έχουμε κι εμείς. Να ανοίξουμε τα φτερά μας. Αλλά πρέπει πρώτα να έχουμε λάβει την τροφή που χρειαζόμασταν για να μεγαλώσουμε και να γίνουμε δυνατοί ώστε να το κάνουμε. Αυτή η τροφή δεν είναι άλλη από την αποδεκτική αγάπη. Αν έχουμε μεγαλώσει μέσα στην ματαίωση, η ανάγκη για αυτή την αγάπη είναι ακόμα πιο μεγάλη. Μόνο που σε πολλές περιπτώσεις, όσο χρόνο κι αν αφιερώσουμε στο να τη μαζέψουμε, στο να σχεδιάσουμε την έξοδό μας, να προετοιμαστούμε τακτοποιώντας την μία εκκρεμότητα πίσω από την άλλη, δεν είναι ποτέ αρκετή και αντί να μας βοηθήσει να εγκαταλείψουμε τη φωλιά μας, γίνεται η ιδανική δικαιολογία για να μην το κάνουμε. Μεταθέτουμε την ανάγκη μας για αυτονομία στην ανάγκη για μια τέλεια προετοιμασία. Επικεντρώνομαστε στο να ολοκληρωθεί πρώτα κάτι άλλο πριν προχωρήσουμε σε αυτό που λαχταρά η ψυχή μας.

Το ακούμε συνεχώς στον ενήλικο κόσμο. “Θέλω να φύγω από το σπίτι, αλλά πρώτα πρέπει να φτιάξουν τα πράγματα μεταξύ των δικών μου… Θέλω να χωρίσω, αλλά τώρα δεν είναι καλό διάστημα… Έχω πολύ τρέξιμο στη δουλειά για να αντιμετωπίσω κι αυτό… Θέλω να του μιλήσω για όσα με απασχολούν, αλλά περιμένω να τελειώσει αυτή η περίοδος…”

Θέλω να το κάνω, αλλά φοβάμαι. Εκεί καταλήγουν όλα. Θέλω να φύγω γιατί δεν περνάω καλα, υποφέρω, αλλά φοβάμαι πολύ να το κάνω. Και αυτός ο φόβος της ματαίωσης έχει να κάνει με ένα και μόνο πράγμα. Την ανάληψη της ευθύνης. Ο φόβος της ελευθερίας έχει να κάνει με το ότι χρειάζεται να είμαι υπεύθυνος εγώ για αυτό. Να είμαι εγώ, πλέον, αυτό το σταθερό σημείο. Εδώ που είμαι δεν είμαι ελεύθερος, δεν είμαι ευτυχισμένος, αλλά μπορώ να θυμώνω με εσένα για αυτό. Μπορώ να θυμώνω με εσένα για το ότι αισθάνομαι έτσι• φυλακισμένος, δυστυχής και ανελεύθερος. Εάν φύγω, δεν θα μπορώ να το κάνω. Για την φροντίδα και το συναίσθημά μου υπεύθυνος θα είμαι εγώ. Κι αυτό είναι που πραγματικά με φοβίζει. Η ανάληψη της ευθύνης. Με φοβίζει η φροντίδα του εαυτού μου.

Με φοβίζει γιατί οι πρώτες μου ανάγκες αγνοήθηκαν, δεν φροντίστηκαν όπως χρειαζόμουν. Ματαιώθηκα και όπως δεν εκτίμησαν τις ανάγκες μου, έτσι κι εγώ δεν μπορώ να εμπιστευτώ τον εαυτό μου ότι θα τις εκτιμήσει. Πολλές φορές βλέπω με τους ανθρώπους που συζητώ τη δυσκολία στο να δημιουργήσουν σχέση μέσα στην αναλυτική ώρα. Μιλούν για τα τεκταινόμενα της ζωής τους με όση περισσότερη γενικότητα γίνεται. Πολλές φορές, δυσκολεύονται να ονομάσουν τα πράγματα στη ζωή τους που τους βασανίζουν. Προτιμούν να τα αναφέρουν με χίλιους δυο διαφορετικούς τρόπους πέρα από το όνομά τους. Πόσο δύσκολο τους είναι να μπουν σε μια σχέση εμπιστοσύνης σκέφτομαι τότε. Πόσο μπορεί να φοβούνται να αποκαλύψουν κάτι πιο προσωπικό για μια επιλογή τους, να την ονοματίσουν. Γιατί για να δημιουργήσεις έναν δεσμό εμπιστοσύνης με κάποιον άλλο, χρειάζεται πρώτα απ’όλα να είσαι διαθέσιμος εσύ. Μέσα από αυτή την εμπιστοσύνη θα  θεμελιωθεί η αλλαγή.

Κι η αλλαγή δεν είναι επιλεκτική διαδικασία. Η αλλαγή δεν μπορεί να είναι μόνο σε ένα σημείο γιατί αυτό το σημείο έχει βαθύς δεσμούς με άλλα. Πολλές φορές το ακούω. “Μη μου πειράξεις τίποτα από την προσωπικότητα, μόνο κάνε με να μην έχω κρίσεις πανικού. Δεν θέλω να αλλάξω, θέλω μόνο να καταφέρω να βρίσκω το θάρρος να αντιμετωπίζω την μητέρα μου”. Ή ακούω και αυτό. “Θέλω να μου πεις πώς να διαχειριστώ τον σύντροφό μου ώστε να μην φέρεται έτσι και με πληγώνει”. Θέλω να μου πεις πώς να τον αλλάξω δηλαδή.

Και μέσα σε αυτό, δεν βλέπω ότι εγώ είμαι αυτός που χρειάζομαι βοήθεια. Εγώ είμαι αυτός που χρειάζομαι φροντίδα. Εγώ είμαι αυτός που χρειάζομαι περιποίηση. Έχουμε ένα είδος τύφλωσης λοιπόν. Με την έννοια, όχι της απώλειας της όρασης, αλλά της άρνησης να δούμε. Να αντικρίσουμε τον εαυτό που ζει κάτω από τον εαυτό μας. Εκείνον που αποτελείται από πληγές, ελλείμματα και φόβους. Κάνουμε σχεδόν ό,τι περνάει από το χέρι μας στην καθημερινή μας ζωή για να τον φιμώσουμε. Και αυτό, συνήθως, το πραγματοποιούμε καταφεύγοντας στη λογική. Προσπαθούμε να εκλογικεύσουμε αυτό που αισθανόμαστε ώστε να το εμποδίσουμε από το να βγει – αν έβγαινε, κι αυτό φροντίδα θα ήταν. Ναι, είναι αλήθεια. Η λογική είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο. Ένα πολύ καλό ξίφος το οποίο χρειάζεται να είναι αρκετά ακονισμένο για να κόβει τα προβλήματα, αλλά να μην κόβει τα χέρια μας. Συνήθως συμβαίνει το δεύτερο.

Εκείνος που υποφέρει, είναι φιμωμένος από τη λογική μας. Τον φιμώνει γιατί μιλά πιο δυνατά από τον γόο του. Αρκεί να σκεφτόμασταν για μια στιγμή. Πώς θα ήταν αν δεν είχαμε στόμα; Αν δεν είχαμε μιλιά; Αν χρειαζόταν να περιγράψουμε μιας δεκαετίας θλίψη, τον θυμό μίας μακροχρόνιας σχέσης ή τη ματαίωση των παιδικών μας χρόνων; 

Μάλλον η θλίψη – ελλείψει στόματος – θα έβγαινε στα μάτια μας με δάκρυα. Ο θυμός θα κατέκλυε το σώμα μας με τρέμουλο. Η ματαίωση θα μας συρίκνωνε και θα μας στρίμωχνε ακόμα πιο βαθιά εκεί που καθόμασταν. Αυτός ο εαυτός είναι που υποφέρει. Αυτόν χρειάζεται να αφουγκραστώ με την ψυχή μου γιατί δεν έχει στόμα να φτάσει στα αφτιά μου. Σε αυτόν χρειάζεται να δώσω προτεραιότητα γιατί αυτός νοσεί. Δεν νοσεί η λογική μου ώστε να της δίνω το βήμα. Να της δίνω όλον μου τον χρόνο. Το συναίσθημά μου έχει χτυπήσει και αιμορραγεί. Το λέω συχνά σε εκείνους που λειτουργούν πολύ με τη λογική τους. Αρκεί να το φανταστούν για να συνειδητοποιήσουν εκείνον που ενυπάρχει μέσα τους. Τον πραγματικό λόγο που τους έφερε εδώ.

Και όσο δεν έχω δημιουργήσει σχέση με τον ενδότερο εαυτό μου, όσο δεν του έχω δώσει την προτεραιότητα που χρειάζεται για να επουλωθεί, δεν θα καταφέρνω να δημιουργήσω σχέση με κάποιον άλλο. Θα έρχομαι είτε πολύ κοντά και θα καταβροχθίζουμε ο ένας τον άλλο ή θα έχουμε τεράστια απόσταση μεταξύ μας χωρίς να το θέλουμε. Όπως δύο αφρόντιστα παιδιά δεν θα μπορούμε να εκφράσουμε τις ανάγκες μας από φόβο και θα θυμώνουμε που ο άλλος δεν τις αντιλαμβάνεται από μόνος του. Θα εξαρτώμαστε.

Θα βυθίζομαι στον φόβο μην χάσω τον άλλο και δεν μπορώ να φροντιστώ, θα κυριεύομαι από ζήλια κάθε φορά που ξεμακραίνει ή θα θλίβομαι όταν με αφήνει να ξεμακρύνω εγώ. Η ελευθερία και η αυτονομία μου θα σημαίνουν αδιαφορία και έλλειψη πάθους. Είναι μεγάλο πράγμα, όμως, να συνυπάρχω χωρίς να συγχωνεύομαι με τον άλλο. Να αλληλεπιδρούμε χωρίς να αλληλοκαλυπτόμαστε. Να καταλαβαίνουμε ότι υπάρχει το εγώ και το εσύ πέρα από το εμείς. 

Να μπορώ να διαχωριστώ από τον άλλο, να θέσω τα όρια του εαυτού μου. Να αναλάβω την ευτυχία μου. Η σχέση, εξάλλου, δεν μπορεί να με κάνει ευτυχισμένο – καμία σχέση δεν μπορεί. Μπορεί μόνο να με κάνει πιο ευτυχισμένο απ’ό,τι είμαι. Η σχέση απαιτεί την προσωπική μου ευτυχία για να ανθίσει. Είναι ένα εγχείρημα που χρειάζεται τις πρώτες ύλες και των δυο μας. Αν εγώ, λοιπόν, δεν έχω μία πρώτη ύλη να προσφέρω, θα δώσω το υστέρημά μου. Και το υστέρημα οι άνθρωποι, μοιραία, το ζητούν πάντα πίσω.

Στη θεραπεία μαθαίνω να υπάρχω και να οριοθετούμαι. Να ακολουθώ τη διαδρομή του να εμπιστεύομαι την φωνή μου. Να φροντίζω το συναίσθημά μου, να δίνω προτεραιότητα σε εμένα. Μαθαίνω να ακολουθώ την οδό της εκτίμησης και να σχετίζομαι με τον εαυτό μου μέσω αυτής. Έτσι θα συνδεθώ αργότερα και με κάποιον άλλο που θα με εκτιμάει. Θα με αγαπά χωρίς να με πνίγει. Θα μπορούμε να είμαστε συνοδοιπόροι χωρίς να κουβαλάει ο ένας τον άλλο στην πλάτη του. Μαθαίνω να περπατώ και μόνος αν χρειαστεί. Να με αντέχω. Βαδίζω πλάι-πλάι με εμένα μέχρι να κρατηθούμε από το χέρι όλο ευγνωμοσύνη. Μαθαίνω να με αποδέχομαι, να με κατανοώ και να με συγχωρώ. Και αφού αυτό είμαι, αυτό έλκω. Κάποιον που θα με αποδέχεται ομοίως. Θα με κατανοεί και θα με αντέχει. 

Αυτή είναι η διαδρομή από την εξάρτηση στη σχέση και η βάδισή της γίνεται πιο εύκολη όταν θυμάμαι κάτι. Όσο δεν υπηρετώ τη δική μου ευτυχία, υπηρετώ την ευτυχία κάποιου άλλου.

Facebook Twitter Google+ LinkedIn