Από τη φαντασία στην πραγματικότητα

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΙΑΚΩΒΟΣ ΣΙΑΝΟΥΔΗΣ
Bsc, ψυχοθεραπευτής|

 

Από τη φαντασία στην πραγματικότητα είναι η διαδρομή που ξεκινάμε να διανύουμε πριν καν ακόμα έρθουμε στον κόσμο. Εξάλλου, στην φαντασία γεννιόμαστε πολύ πριν γεννηθούμε φυσικά, αφού οι γονείς μας μάς έχουν ήδη φαντασιωθεί και πλάσει όπως ονειρεύονται.

Στα όνειρα αυτά συνήθως είμαστε κάτι πολύ κοντά στο τέλειο. Αλάνθαστοι, ικανοί για τεράστιους άθλους και ανίκανοι να απογοητεύσουμε τους άλλους με οποιοδήποτε τρόπο. Με αυτή την ιδέα, λοιπόν, ερχόμαστε στον κόσμο και αυτή η ιδέα γίνεται η μαία που αναλαμβάνει να μας ξεγεννήσει όταν έρθει η στιγμή να ακουστεί το πρώτο μας κλάμα σαν ο αέρας πρωτοτσούξει τα πνευμόνια μας.

dream_door_by_queenbee47-d46mh89

Ο πρώτος χρόνος είναι, συνήθως, εκείνος που είναι ο περισσότερο ιδανικός κι αυτό γιατί η επιβίωση μας είναι απόλυτα συνυφασμένη με την ύπαρξη εκείνων που μας έφεραν στον κόσμο, ενώ η αδυναμία μας να ξεμακρύνουμε περισσότερο από λίγα χιλιοστά στο κρεβάτι μας, προφυλάσσει τους άλλους από το να απογοητεύουν από τις οποιεσδήποτε παρεκκλίσεις της φαντασίας τους. Έτσι κι εμείς, πριν καν αποκτήσουμε όνομα, αποκτούμε μία ιδιότητα που γίνεται η ταμπέλα μας κι ο τρόπος που σχετίζονται μαζί μας. Το φαντασιωσικό παιδί.

Καθώς ο χρόνος περνά, όμως, και αφού και το φαντασιωσικό παιδί μπορεί να απογοητεύσει – όταν κλαίει πολύ, όταν ζητάει να αγαπηθεί αλλιώς, όταν δεν ξέρει τι ανάγκη έχει και γυρεύει απ’τον γονιό του να τη βρει – σιγά-σιγά γνωρίζουμε τον πρώτο μας αδερφό, ο οποίος γεννήθηκε λίγο μετά από εμάς, στην πρώτη απόκλιση που είχαμε στην φαντασία των γονιών μας• το ιδανικό παιδί. Εξάλλου, το φαντασιωσικό παιδί υπήρξε για να εξυπηρετήσει μόνο το σκοπό να δημιουργηθεί, οπότε χρειάζεται να δώσει πια τη θέση του σε κάτι νέο.

Το ιδανικό παιδί είναι μια εκδοχή πολύ κοντά στο πρώτο χωρίς, όμως, την συνθήκη του τέλειου, η οποία γινόταν ανυπόφορη για τους άλλους κάθε φορά που δεν επαληθευόταν. Το ιδανικό παιδί κλαίει, αλλά πάντα για τους σωστούς λόγους, ζητάει, αλλά πάντα όταν το αξίζει, δεν θυμώνει ποτέ γιατί γνωρίζει ότι ο θυμός δεν λύνει τίποτα και βάζει τους άλλους πάνω από εκείνο.

Είναι ένα παιδί το οποίο δεν επιβαρύνει με κανένα τρόπο. Ένα παιδί το οποίο δεν έχει χρειαστεί ποτέ να του φωνάξεις για να σε υπακούσει, δεν έχει χρειαστεί ποτέ να παραμερίσεις την κούρασή σου για να το φροντίσεις. Ένα παιδί το οποίο δεν σε έχει φέρει ποτέ αντιμέτωπο με τις ελλείψεις σου. Είναι ένα παιδί που δεν απαιτεί να είσαι γονιός για να είναι εκείνο παιδί. Έχει γεννηθεί ενήλικας. Σύντομα, όμως, αυτός ο ενήλικας καταρρέει γιατί στέκεται σε δύο πόδια πολύ μικρά και αδύναμα να στηρίξουν την ανάγκη των άλλων. Καταρρέει και στη θέση του γεννιέται ο τρίτος του αδερφός• το πραγματικό παιδί.

Το πραγματικό παιδί είναι το λιγότερο προτιμητέο από τα τρία αφού δεν είναι σε θέση να είναι κάτι άλλο πέρα από άνθρωπος. Και αν και τα δύο πρώτα έχουν πάψει να υπάρχουν, πλανάται η θύμησή τους σε κάθε αποτυχία του. Συνεχώς συγκρινόμαστε μαζί τους, αλλά, αφού και οι ίδιοι που μας συγκρίνουν δεν το γνωρίζουν, συνήθως αναφέρονται στα παιδιά άλλων. “Κοίτα τι καλό παιδί που είναι εκείνο… Κοίτα πόσο ήσυχο είναι… Κοίτα πώς δεν ζητάει… Κοίτα πως υπομένει παρά το θέλω του, κοίτα πως δεν κουράζει…”

Και μέσα σε αυτές τις συγκρίσεις, σφυριλατούμαστε να αποδεχόμαστε τον εαυτό μας υπό όρους. Να τον αγκαλιάζουμε στην επιτυχία και να τον κατακεραυνώνουμε στην αποτυχία. Και όταν έρθει η ώρα να σχετιστούμε με άλλους, έτσι θα κάνουμε επίσης. Μέσα από τη δική μας νόηση για το τι είναι να υπάρχεις, θα κοιτάξουμε και τον άλλο. Και εκεί θα γεννηθεί μια ανάγκη μας τόσο έντονη που δεν θα έχει άλλη επιλογή από το να πραγματοποιηθεί όσο πιο γρήγορα και δυνατά γίνεται. Η ανάγκη να ερωτευτούμε. Η ανάγκη να γίνει ο άλλος προβολέας που στο φως του θα φαινόμαστε ιδανικοί. Που στο φως του θα παραπέμπουμε στην φιγούρα ενός από τα προϋπάρχοντα αδέρφια μας.

Εδώ, ο έρωτας είναι επιθυμητός γιατί μας ξεκουράζει για λίγο από αυτό που είμαστε, από αυτό που δεν ήταν ποτέ αρκετό, ποτέ αποδεκτό. Για αυτό και εκείνοι των οποίων η ζωή είναι ανυπόφορη, έχουν την ανάγκη να είναι μονίμως ερωτευμένοι. Εκείνοι, οι οποίοι είναι ευτυχισμένοι, όμως, εκείνοι οι οποίοι είναι ολόκληροι, δεν έχουν την ανάγκη να ερωτευτούν παρά μόνο την επιθυμία να αγαπήσουν, κι αυτοί είναι που περπατούν το δρόμο της πραγματικότητας.

Για τους υπόλοιπους που έζησαν και συνεχίζουν να ζουν στις συγκρίσεις, βαδίζεται ακόμα το μονοπάτι των όρων και στο μονοπάτι αυτό το μοναδικό που έχει σημασία είναι το Πρέπει. Πρέπει να είσαι καλός για να είσαι ευτυχισμένος… πρέπει να καταλαβαίνεις για να σε συμπαθούν… δεν πρέπει να αντιδράς. Κι αυτά τα Πρέπει μεταφέρονται ακόμα και στην σχέση μέχρι που καταλήγουμε να σχετιζόμαστε με το πρέπει και όχι με τον άλλο.

Πρέπει να είμαστε συνεχώς καλοί, ικανοί, και παραγωγικοί για τον συνοδοιπόρο μας ώστε να αισθανόμαστε σπουδαίοι. Και πρέπει, γιατί έτσι αισθανόμασταν σπουδαίοι και τότε• με όρους. Ήμασταν σπουδαίοι μέσα από τα επιτεύγματά μας για τους άλλους και έτσι ήμασταν κι οι ίδιοι. Όμως, μεγαλώνοντας χρειάζεται να νιώσουμε σπουδαίοι για εμάς. Χρειάζεται να βαδίσουμε τη διαδρομή της σπουδαιότητας χωρίς παρακάμψεις. Χωρίς διακλαδώσεις από δρόμους που πληγώνουν τα πόδια μας, αλλά όσο πιο ευθεία και άμεσα γίνεται.

Και με το μυαλό μας καταλαβαίνουμε πολύ καλά το λογικό του πράγματος. Εξάλλου, το λογικό μας κομμάτι ήταν και είναι πολύ καλά ακονισμένο. Δεν πρέπει να σκέφτομαι έτσι, λέμε, είναι κουτό, είναι περιττό, κι όμως συμβαίνει. Δεν πρέπει να αισθάνομαι έτσι, δεν πρέπει να ξεχνά να με φροντίζει, να έχει ζωή έξω από εμένα… δεν πρέπει να με αγνοεί γιατί εγώ στο Πρέπει μου ήμουν σωστός. Έτσι, αυτό που κάνουμε συνήθως είναι να σχετιζόμαστε με την ιδέα που φέρουμε για τους άλλους μέσα μας. Με αυτό που θεωρούμε πως είναι, με αυτό που μας είναι οικείο, και αυτό το οικείο είναι και ματαιωτικό γιατί, όπως πάντοτε, ερχότανε με όρους.

Όμως, στη σχέση το να αποδέχεσαι με όρους μοιάζει σαν να καλείς κάποιον να περάσει το κατώφλι της ψυχής σου και να του λες πέρασε, αλλά ο μίσος. Άφησε το ένα σου χέρι και το ένα σου πόδι έξω και έπειτα τεντώσου για να με πλησιάσεις. Κόψου και στη μέση, αν θες, και σύρσου μέχρι εμένα. Κι αν δεν τα καταφέρεις, φταις. Δεν το θέλεις αρκετά. Δεν μ’αγαπάς. Μα, πότε η αγάπη συνδυάστηκε με τον ακρωτηριασμό και δεν πέθανε από αιμορραγία; Πότε η αγάπη συνδυάστηκε με τη θυσία και κάποιος έρωτας δεν μάτωσε σε έναν βωμό; Πότε δυο άνθρωποι αποδέχτηκαν ο ένας τον άλλον στο μισό και δεν αισθάνθηκαν μισοί κι οι ίδιοι;

Και όλο αυτό συμβαίνει γιατί το δύσκολο είναι να καταλάβουμε πώς η διαδρομή από τη φαντασία στην πραγματικότητα, περπατιέται με το συναίσθημα κι όχι με την λογική του πρέπει. Το δύσκολο είναι να βαδίσουμε τη διαδρομή αυτή όρθιοι και όχι μπουσουλώντας στο παιδικό μας έλλειμμα γιατί δεν θα την τερματίσουμε ποτέ. Το δύσκολο είναι να βαδίσουμε μια διαδρομή που δεν απέχει περισσότερα από λίγα εκατοστά – από το νου στην καρδιά μου – αλλά απαιτεί να αντέξουν τα πόδια μας την κατάβαση. Μα αυτό είναι και που κάνει την πράξη μας σπουδαία. Το ότι τολμάμε να το επιχειρήσουμε.

Το ότι τολμάμε να σχετιστούμε με τον άλλο μέσα από εμάς και όχι με εμάς μέσα από τον άλλο. Το ότι αποδεχόμαστε ότι δεν “πρέπει” για να νιώθω, αλλά να νιώθω ότι δεν πρέπει. Από την φαντασία στην πραγματικότητα δεν είναι μια διαδρομή εύκολη. Αντιθέτως, είναι ένας δρόμος όπου τα εμπόδια έχουν τόσο οικεία σχήματα που συχνά μας σταματά η ίδια μας η ανάγκη για την ασφάλεια του παρελθόντος. Είναι κι ένας δρόμος, όμως, που καταλήγει στην πλήρωση όταν αντί να φοβόμαστε τη δυσκολία του τι χρειάζεται να αφήσουμε πίσω, δούμε την ευτυχία του τι μας περιμένει μπροστά…

Facebook Twitter Google+ LinkedIn