Από το γονιό στον ερωτικό σύντροφο

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΙΑΚΩΒΟΣ ΣΙΑΝΟΥΔΗΣ
Bsc Ψυχολογίας, Συνθετικός Ψυχοθεραπευτής-Συγγραφέας|

Οι ερωτευμένοι έχουν έναν πολύ έντεχνο τρόπο να περιγράφουν τα αντικείμενα του έρωτά τους. Αφορούν περισσότερο την αίσθηση που τους αφήνουν, παρά τις πραγματικές ποιότητες του προσώπου που έχουν ερωτευτεί. Για αυτό και όταν μας ρωτούν τι ερωτεύτηκες σ’ εκείνον, συνήθως η απάντηση αφορά περισσότερο το πώς μας κάνει να νιώθουμε η παρουσία του, παρά το ποιος είναι.

Στον έρωτα, το πρόσωπο που ερωτευόμαστε γίνεται κεντρικό και όλη η ζωή περιστρέφεται γύρω εκείνο. Βλέπουμε με πόση ευκολία οι ερωτευμένοι θυσιάζουν την ατομικότητά τους χάριν του να ζήσουν σε μία συμβιωτική κατάσταση με εκείνους που έχουν ερωτευτεί. Λόγω των δυνάμεων της εξιδανίκευσης, τα όρια μεταξύ του εαυτού μας και του εαυτού εκείνου που ερωτευτήκαμε θολώνουν. Εντός αυτού του πλαισίου, τα ρεαλιστικά κομμάτια του άλλου απωθούνται, επιτρέποντας έτσι να παλινδρομήσουμε στην ίδια έκσταση που βιώνει ένα βρέφος στην αγκαλιά της μάνας.

Painting-of-love

Ακριβώς, όμως, επειδή οι ερωτευμένοι προβάλλουν το καλύτερο και σημαντικότερο μέρος τους στον άλλο, τον ιδανικό εαυτό τους, αισθάνονται αναπόφευκτα ότι μακριά από τον σύντροφο δεν μπορεί να υπάρξει χαρά ή ζωή – κάνεις άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει μακριά από τον καλό του εαυτό εξάλλου. Για αυτό και όλοι οι ερωτευμένοι ζητούν ένα πράγμα από το αντικείμενο του έρωτά τους. Απόλυτη αφοσίωση και κατανόηση. Τις ίδιες ακριβώς ποιότητες, δηλαδή, που έχει ανάγκη ένα βρέφος από τη μητέρα του.

Αργότερα, ωστόσο, όταν αυτή η περίοδος περάσει, οι ερωτευμένοι ξεκινούν να διεκδικούν ξανά την ατομικότητά τους, κυρίως γιατί αυτή είναι απαραίτητη σε κάθε ανθρώπινο ον για να υπάρχει. Αν η παιδική ηλικία κάποιου ήταν σχετικά καλή, τότε ο έρωτας θα μετουσιωθεί σε αγάπη. Αν όχι, θα αντισταθεί σε αυτό φέρνοντας μπρος τα απωθημένα σαδιστικά στοιχεία του.

Ως ενήλικες, αρχικά, επιλέγουμε συντρόφους με τις μακρινές μας αισθήσεις. Την όραση και την ακοή. Τα φυσικά χαρακτηριστικά του άλλου που μας ελκύουν. Κι αυτά, όμως, έχουν να κάνουν με την μάνα. Πώς τη βλέπαμε από μακριά όταν μας πλησίαζε. Πώς νιώθαμε όταν ακούγαμε την φωνή της να λέει “έρχομαι”.

Σιγά-σιγά, σειρά παίρνουν οι κοντινές αισθήσεις, όπως η αφή και τι αυτή μας θυμίζει. Πώς μας χάιδευε η μάνα. Πώς μας κρατούσε. Το χάδι ξεχωρίζει. Οριοθετεί ένα πλάσμα που δεν έχει μάθει ακόμα την αρχή και το τέλος του, ζωγραφίζει το περίγραμμα του κορμιού του. Για αυτό το χάδι είναι σημαντικό ιδίως τους πρώτους μήνες ζωής του βρέφους. Και η οσμή, όμως, είναι κάτι εξαιρετικά σημαντικό στον έρωτα. Πώς μύριζε η μάνα μας. Το άρωμα που είχε το δέρμα της. Κι αυτό το βλέπουμε τόσο στους ερωτευμένους όσο και στα βρέφη. Κουρνιάζουν ο ένας στο λαιμό του άλλου και μυρίζονται. Ο σοφός λαός είχε καταλάβει αυτό που εννοούσε η ψυχανάλυση και το συνόψισε στο “Να ταιριάζουνε τα χνώτα μας”.

Το παιδί, όμως, παραμένει ο κυβερνήτης του ενήλικα παρά το ότι οι περισσότερες αναμνήσεις των πρώτων χρόνων μας απωθούνται. Ό,τι δεν θυμόμαστε οι άνθρωποι, ωστόσο, το επαναλαμβάνουμε με τη συμπεριφορά μας. Το ξαναζούμε. Το ίδιο συμβαίνει και με την παράσταση της παιδικής μας ηλικίας. Επαναλαμβάνεται με ασυνείδητο σκοπό, κάθε φορά, να έχει καλύτερο τέλος.

Αν οι αρχικές μας καταγραφές είναι καλές, αν με αγαπούσε η μάνα μου, αν ήταν παρούσα, αν με άντεχε, αν δεν με χρησιμοποιούσε ως δοχείο των δικών της ανεπιθύμητων πλευρών ή ως αντιστάθμισμα στα παιδικά της ελλείμματα, αν δεν αισθανόμουν κτήμα μεγαλώνοντας, αν δεν έπρεπε να ικανοποιώ για να νιώθω πως με αγαπούν, τότε οι επαναλήψεις που κάνω είναι κυρίως καλές. Αν όχι, ξεκινούν καλές, αλλά καταλήγουν επίπονες.

Ίσως ο πιο άμεσος τρόπος να δούμε πώς αναδύεται το ασυνείδητο στην ενήλικη ζωή, είναι μέσα από την πραγματική ιστορία που ακολουθεί.

Ένας γενναίος άνθρωπος που με επισκέφθηκε κάποτε, μου μίλησε για τον κεραυνοβόλο έρωτα που ένιωσε για μία συμφοιτήτριά του – και μετέπειτα γυναίκα του – την οποία παρατηρούσε από μακριά να καπνίζει μελαγχολικά στην καφετέρια της σχολής.

Αφηγούμενος τις φαντασιώσεις του για εκείνη, μου μοιράστηκε ότι, πολύ πριν την πλησιάσει, σκεφτόταν επανειλημμένα το πώς θα της παρουσιαζόταν. Θα συστηνόταν, θα της πρόσφερε την τρυφερότητα και το χιούμορ του και θα την έσωζε από την μελαγχολία της. Θα τη μεταμόρφωνε σε κάποια ευτυχισμένη και θα ζούσε κι ο ίδιος ευτυχισμένα δίπλα της.

Συζητώντας γύρω από την αρχική του φαντασίωση, τον ρώτησα αν κάποια στοιχεία της εικόνας της τού ήταν οικεία. Θυμήθηκε, τότε, πώς η μητέρα του πέρασε το διαζύγιό της από τον πατέρα του όταν εκείνος ήταν στην ηλικία των 4 ετών. Ήταν απόμακρη, θλιμμένη και με δυσκολία άκουγε τα κλάματά του. Ήταν παρούσα στις υποχρεώσεις της, αλλά συναισθηματικά ήταν απασχολημένη με τον πόνο της. Κάπνιζε στην κουζίνα και ο ίδιος χρειαζόταν να την φωνάξει αρκετές φορές μέχρι να γυρίσει το κεφάλι της. Σαν παιδί τη φρόντιζε εκείνος. Είχε πάρει το ρόλο του ενήλικα στο σπίτι και, μπροστά στην επείγουσα ανάγκη να τη διατηρεί ζωντανή, δεν υπήρχε χώρος να εκφράσει τον φόβο του για αυτό που ζούσε.

(Σε αυτό το σημείο, καταλαβαίνουμε την ανάγκη του παιδιού που, παρά τα χρόνια που πέρασαν, εξακολουθεί να κατοικεί μέσα του. Να δώσει ένα κομμάτι από τον εαυτό του και να σώσει τη μητέρα του)

Η κοπέλα στην καφετέρια ανταποκρίθηκε στο φλερτ του. Κατέληξαν ζευγάρι. Ο πρώτος καιρός κύλησε υπέροχα με τον ίδιο να την φροντίζει και να απολαμβάνει το ότι δεχόταν τη φροντίδα του. Σταδιακά, όμως, ξεκίνησε μία μεγάλη αντιπάθεια στο πρόσωπό της που οδήγησε σε αλλεπάλληλες συγκρούσεις και κριτική προς εκείνη.

Τις φορές που δεν χρειαζόταν τη φροντίδα του, ένιωθε έναν τεράστιο θυμό. Βίωνε την αυτονομία της ως μία απόρριψη σε αυτό που της πρόσφερε. “Με αγνοούσε ενώ εγώ ήθελα να τη βοηθάω” επαναλάμβανε όσο προχωρούσαν οι συζητήσεις μας.

Ο θυμός αυτός εκφραζόταν με δριμεία κριτική εναντίον της. Παρενέβαινε σε ό,τι έκανε, με την πρόφαση ότι δεν το κάνει αρκετά καλά και πως ο δικός του τρόπος ήταν ο σωστός. Όταν εκείνη αντιδρούσε, φρόντιζε να της υπενθυμίζει αμέσως τις αδυναμίες της και πως χάρη σε εκείνον είχε καταφέρει όσα είχε καταφέρει. Αισθανόταν πως του χρωστούσε.

Σιγά-σιγά, η γυναίκα αυτή ταίριαζε περισσότερο με αυτό που την ωθούσε να ταυτιστεί, την παγωμένη μητέρα του, παρά με αυτή που γνώρισε, καθώς ήταν ο μόνος τρόπος να είναι έστω και ελάχιστα ορατή σε εκείνον. Δεν τολμούσε να κάνει τίποτα μόνη μέχρι που ξέχασε πώς γίνεται το οτιδήποτε.

Έπειτα, κι ο ίδιος αισθανόταν παγιδευμένος με μία γυναίκα ανίκανη, όπως έλεγε, που κρέμεται συνεχώς από πάνω του. Που τον περιορίζει και που δεν μπορεί να τον κάνει ευτυχισμένο καθώς είναι πολύ βυθισμένη στη θλίψη της.

Όσο ένα κομμάτι του ήθελε να την γλιτώνει από τον πόνο της, άλλο τόσο ένα άλλο την χρειαζόταν καθηλωμένη σε αυτόν, ώστε να εκφράζει τον δικό του. Καταβάθος, τη χρειαζόταν θλιμμένη ώστε να σπρώχνει σε εκείνη όλο τον ανέκφραστο θυμό που είχε για την μητέρα του. Αυτός είχε παραμείνει αφρόντιστος εξάλλου.

Συγχρόνως, αδυνατούσε να την χωρίσει. Τον έπιανε ένας ανεξήγητος πανικός -όπως έλεγε- στο ενδεχόμενο αυτό. Φυσικό, καθώς η γυναίκα αυτή εκπροσωπούσε ένα τμήμα του δικού του εαυτού και κανείς δεν μπορεί να ζήσει μακριά από τον εαυτό του όσο κι αν πονάει.

Ο άνδρας της ιστορίας είχε αποφασίσει πολύ πριν γνωρίσει τη σύντροφό του ποια χρειαζόταν να είναι. Μόλις η περίοδος της εξιδανίκευσης πέρασε, αυτό που είχε παραμείνει αφρόντιστο από το παρελθόν, ο παιδικός θυμός, αναδύθηκε και ζήτησε να διευθετηθεί μέσα από τη σχέση τους. Την ίδια στιγμή, όμως, που κατέστρεφε την παγωμένη αναπαράσταση της μητέρας του, κατέστρεφε και την ευκαιρία που είχε στην ευτυχία με τη σύντροφό του. Στο τέλος, κατέληξε να σχετίζεται με ένα δικό του, αρνητικό τμήμα του εαυτού του. Η σχέση μετατράπηκε σε ναρκισσιστική αφού ο άλλος δεν ήταν παρά μία εσωτερική του αναπαράσταση και όχι κάποιος ξεχωριστός άνθρωπος.

Σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, τέτοιες αναβιώσεις συμβαίνουν σε όλα τα ζευγάρια. Οι άνθρωποι δεν ερχόμαστε κοντά μόνο για να μοιράσουμε τη χαρά μας, αλλά και για να μοιραστούμε τον πόνο μας. Στους ανθρώπους με μικρότερες εσωτερικές εντάσεις, οι προβολές μπορούν να αποσυρθούν με σχετική ευκολία. Παρατηρούμε, όμως, μία μεγάλη μερίδα ανθρώπων με δυσλειτουργικές σχέσεις που μοιάζουν να επαναλαμβάνουν το ίδιο μοτίβο. Σχέσεις στις οποίες υπάρχει μία ασίγαστη ανάγκη για έλεγχο και επιβολή. Εκεί, όμως, που η διαφορετικότητα, η αυτονομία και η ελεύθερη βούληση δεν γίνονται σεβαστές, η οικειότητα και η συναισθηματική εγγύτητα εξαφανίζονται στο ζευγάρι.

Στη θεραπεία ζεύγους εξετάζουμε αν τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ένα ζευγάρι είναι πραγματικά ή νευρωσικά. Αν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα του ποιος είναι ο άλλος, δηλαδή, ή αν πηγάζουν από δικές μας άλυτες συγκρούσεις τις οποίες προβάλουμε στο σύντροφο. Καταλαβαίνοντάς τις, μπορούμε να έχουμε μία ποιοτική σχέση μαζί του, ελεύθερη από τους κόμπους του παρελθόντος.

Μέσα από την ερμηνεία που προσφέρεται, κάθε ασυνείδητος φόβος έρχεται στο επίπεδο της συνειδητής σκέψης επανατοποθετώντας τον εαυτό σε ένα υψηλότερο επίπεδο επίγνωσης και διαύγειας. Με λίγα λόγια, κατανοούμε τι κάνουμε. Μαθαίνουμε να βλέπουμε μέσα από τα μάτια μας και όχι μέσα από τους αφρόντιστα κομμάτια μας.

Καταλαβαίνουμε το πιο σπουδαίο πράγμα. Πως το πιο σημαντικό σε μία ερωτική σχέση δεν είναι να βρίσκουμε τον πόνο του παρελθόντος πίσω από τον σύντροφο, αλλά τον σύντροφο πίσω από τον πόνο του παρελθόντος. 

Facebook Twitter Google+ LinkedIn