Αχ! Αυτή η εφηβεία…..

ΓΡΑΦΕΙ Η ΑΝΝΑ ΝΤΙΖΟΥ
Σύμβουλος ψυχ. υγείας-μουσικοθεραπεύτρια|

«…….. η ξεγνοιασιά της παιδικής μου ηλικίας κράτησε μέχρι τη τρίτη δημοτικού, θυμάμαι τον εαυτό λεπτό και αρκετά ψηλό σε σχέση με τα άλλα κοριτσάκια με μακριά μαλλιά. Μου άρεσε να παίζω κρυφτό και κυνηγητό με τις φιλενάδες μου, αλλά και με τις κούκλες .Η μεγάλη μου αγάπη όμως ήταν ο χορός, με είχαν γράψει οι γονείς μου στο μπαλέτο από το νηπιαγωγείο και ακόμα αναπολώ την λαχτάρα που ένιωθα όταν φορούσα το μπεζ καλσόν και το ροζ κορμάκι με τα ειδικά παπουτσάκια του χορού, τα μαλλιά μου πιασμένα σε ένα όμορφο κοτσάκι να χορεύω στη φωτεινή αίθουσα της σχολής χορού. Έχω πολλές φωτογραφίες από κείνη τη εποχή, σε διάφορες χορευτικές παραστάσεις, φορώντας πολύχρωμα κοστούμια. Περιττό είναι βέβαια να πω ότι το όνειρο μου ήταν να γίνω μπαλαρίνα.

เศร้า4-660x495

Όλα αυτά όμως τέλειωσαν τόσο ξαφνικά και άδοξα όταν μέσα σε λίγους μήνες άρχιζα όχι μόνο να ψηλώνω αλλά να παίρνω βάρος και το χειρότερο εκεί που δεν είχα στήθος ξαφνικά να πετάγονται δύο καρούμπαλα .Ήμουν τόσο δυστυχισμένη γιατί δεν μπορούσα να παίξω όπως πριν, ένιωθα βαριά και με ενοχλούσε το στήθος μου καθώς έτρεχα ,ακόμα και στον ύπνο είχα πρόβλημα αφού δεν μπορούσα πλέον να κοιμάμαι μπρούμυτα. Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα ήταν ότι δεν μπορούσα να χορέψω ,ο σωματότυπος μου είχε αλλάξει. Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα να κλειστώ στον εαυτό μου, δεν έπαιζα πια δεν έτρεχα και είχα συνεχώς την αίσθηση ότι όπου και να πήγαινα με σχολίαζαν αρνητικά λόγω της εμφάνισής μου. Ακόμα και το ντύσιμο μου άλλαξα, άρχισα να φορώ φόρμες και φαρδιές μπλούζες. Οι γονείς μου αν και προσπαθούσαν να αισθανθώ καλύτερα λέγοντας μου ότι όλο αυτό είναι πρόσκαιρο και δεν πρέπει να το παίρνω τόσο κατάκαρδα, μάλλον το αντίθετο αποτέλεσμα έφερναν επειδή ούτε μία φορά δεν παραδέχτηκαν ότι είχα ανάπτυξη πρόωρη και αυτό με έκανε να θυμώνω».

Τέτοιες μαρτυρίες δείχνουν πόσο δύσκολο είναι κάποιες φορές τα παιδιά να προσαρμοστούν και να δεχτούν τις σωματικές αλλαγές που έρχονται στη ζωή τους και φέρνουν αλλαγές τόσο στη συμπεριφορά όσο και στη ψυχολογία τους.Από τη άλλη οι γονείς δεν είναι πάντα έτοιμοι να αντιμετωπίσουν αυτές τις αλλαγές και κυρίως το κομμάτι της συμπεριφοράς που τις περισσότερες φορές είναι επιθετική.

Η ανάπτυξη είναι μια δυναμική αλληλεπίδραση ανάμεσα σε πολλές και διαφορετικές παραμέτρους. Βιολογικές, κοινωνικές καταβολές καθώς και ατομικά βιώματα συνυπολογίζονται και συνεξετάζονται. 

Ο επιστημονικός κλάδος ο οποίος μελετά τις αλλαγές που γίνονται στον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου από τη γέννηση μέχρι το θάνατο του είναι η εξελικτική ψυχολογία. Καθορίζει το είδος και τη φύση των μεταβολών αλλά και εντοπίζει παράγοντες που τις δημιουργούν και τις επηρεάζουν.

Κατά την εξελικτική ψυχολογία οι φάσεις της ανθρώπινης ανάπτυξης είναι τρείς :η ανάπτυξη, η ωριμότητα και η ανέλιξη ή φθίση Η κάθε φάση αποτελείται από περιόδους όπου η κάθε μια έχει διαφορετικά αναπτυξιακά χαρακτηριστικά.

Η φάση της ανάπτυξης χωρίζεται στην εμβρυική-βρεφική , νηπιακή – προσχολική, σχολική και εφηβική περίοδο ενώ η φάση της ωριμότητας και της φθίσης χωρίζονται σε τρείς περιόδους τη πρώιμη τη μέση και τη όψιμη ενήλική ζωή.

Οι βασικοί παράγοντες που επηρεάζουν γενικότερα την ανάπτυξη είναι ένας εσωτερικός που ορίζεται με τον όρο «κληρονομικότητα» και ένας εξωτερικός που ορίζεται με τον όρο «περιβάλλον». Ο εσωτερικός παράγοντας πραγματοποιείται με την ωρίμανση ενώ ο εξωτερικός με τη μάθηση.

Η σχέση που διέπει τις δύο πηγές της ανάπτυξης(ωρίμανση και μάθηση) δεν είναι προσθετική αλλά σχέση πολλαπλασιαστική. Για να υπάρξει ανάπτυξη πρέπει να συνυπάρχουν και κληρονομική καταβολή για ωρίμανση και περιβαλλοντική ευκαιρία για μάθηση. Εάν απουσιάζει έστω το ένα από τα δύο, δεν υπάρχει μάθηση. Με άλλα λόγια η ανάπτυξη είναι αλληλεπίδραση ανάμεσα στη μάθηση και την ωρίμανση.

H σπουδαιότητα που έχει η φάση της σύλληψης για τη πορεία του ατόμου γίνεται φανερή από το γεγονός ότι εδώ καθορίζονται βασικά και μη αναστρέψιμα χαρακτηριστικά του νέου ατόμου όπως είναι το φύλλο και οι κληρονομικές του καταβολές. Στο σημείο αυτό καλό θα ήταν να τονίσουμε τη σημασία της πρόληψης των γενετικών ανωμαλιών καθώς και τους τρόπους που είναι η γενετική καθοδήγηση και η προγεννητική διάγνωση.

Η προεφηβική-εφηβική περίοδος ξεκινά από τα 11-12 και ολοκληρώνεται περίπου στα 19-20 χρόνια. Η προ εφηβεία είναι περίοδος διαφοροποιήσεων από τη παιδική ηλικία και το ξεκίνημα των αλλαγών που έπονται με την εφηβική. Αντίθετα με την παιδική ηλικία παρουσιάζονται τώρα ποικίλες ψυχικές λειτουργίες, εμφανίζονται απότομα εναλλασσόμενες διαθέσεις καθώς τάση για δράση και διάθεση για περιπέτεια τέλος παρατηρείται μια αυξημένη στροφή προς τον εσωτερικό κόσμο. Με την έναρξη της εφηβικής ηλικίας αρχίζει και η ολοκλήρωση της ωρίμανσης της γενετήσιας λειτουργίας. Οι γονείς παύουν να είναι το κέντρο της ζωής του νέου, επιδιώκουν προσωπική σχέση με τον κόσμο που ισχυροποιείται με την ανάπτυξη της αφηρημένης λογικής. Άλλωστε ο Κολέσοφ, Δ.Β.(1982)είχε αναφέρει ότι η γενετήσια ορμή και η τάση των ανθρώπων για επικοινωνία έχουν βάση την αλληλοσυμπλήρωση. Αποτέλεσμα των παραπάνω είναι οι συχνές συγκρούσεις του νέου με το περιβάλλον του. Προς το τέλος της εφηβικής ηλικίας έχουμε την σύγκρουση με τους κανόνες και τις αξίες της κοινωνίας, ο νέος προσπαθεί να χτίσει ένα ατομικό σύστημα αξιών. Η επίδραση της ομάδας των φίλων παίζει σημαντικό ρόλο στη ζωή του νέου. Σημαντικό ρόλο στη ζωή του εφήβου έχουν η εκλογή του επαγγέλματος και του συντρόφου, σύμφωνα με τον Παπαδόπουλο, Ν.(1997) «οι δυσκολίες στη λήψη αποφάσεων για την εκλογή επαγγέλματος και συντρόφου καθώς και οι ατομικές και κοινωνικές συγκρούσεις μπορεί να ταλαιπωρούν τον έφηβο, γίνονται αφορμές και πηγές χρήσιμης εμπειρίας για αυτόν».

Θα πρέπει να τονίσουμε ότι από τη σύλληψη έως την εφηβεία τόσο οι ψυχολογικοί όσο και οι κοινωνικοί παράγοντες σφυρηλατούν και διαμορφώνουν σε μεγάλο βαθμό την προσωπικότητα του ατόμου. Η συμπεριφορά και το παράδειγμα των γονέων μέσα στην οικογένεια, ο συναισθηματικός – ηθικός τόνος που επικρατεί στις μεταξύ τους σχέσεις, οι συναισθηματικές σχέσεις των γονιών με το παιδί, το ενδιαφέρον και τη φροντίδα των γονιών τόσο για τις σχολικές επιδόσεις όσο και για το παιχνίδι του παιδιού τους, το άγχος για τη ψυχοσεξουαλική διαπαιδαγώγηση του είναι μερικοί ψυχολογικοί παράγοντες που συμπορεύονται με κοινωνικούς όπως το οικονομικό, μορφωτικό επίπεδο των γονιών, ο αριθμός των μελών μιας οικογένειας, η σειρά της γέννησης ενός παιδιού, η ύπαρξη ηλικιωμένων ατόμων μέσα σε αυτήν ή ατόμων με χρόνια προβλήματα υγείας, η απώλεια είτε από διαζύγιο είτε από χηρεία, ένας δεύτερος γάμος ή μια συμβίωση κτλ. Παρασκευόπουλος, Ι.(1985).

Κλείνοντας πρέπει να πούμε ότι τόσο οι βιολογικοί όσο και οι κοινωνικοί παράγοντες άλλοτε συνηγορούν και άλλοτε συγκρούονται με αποτέλεσμα τη διαμόρφωση της προσωπικότητας του ατόμου. Σε όλο αυτό σημαντικό ρόλο παίζει η οικογένεια η δομή της και οι νοοτροπίες που κυριαρχούν μέσα σε αυτήν. Ο γονικός ρόλος έχει σημαντική βαρύτητα στην ομαλή ή μη ανάπτυξη του ατόμου και μέσα αλλά κυρίως έξω από την οικογένεια.

Facebook Twitter Google+ LinkedIn