Η Ανάγκη & ο φόβος: Η περίπτωση της Μαρίνας

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΙΑΚΩΒΟΣ ΣΙΑΝΟΥΔΗΣ
Bsc Ψυχολογίας, Συνθετικός Ψυχοθεραπευτής-Συγγραφέας|

Αν είναι δύο στοιχεία που συστήνουν τον εαυτό, δεν είναι άλλα από την ανάγκη και τον φόβο. Δύο δομικά υλικά, φτιαγμένα από ένα μοναδικό χαρμάνι, αποτελούμενα από την αυθόρμητη τάση μας να εξερευνήσουμε το ποιοι είμαστε και τον τρόπο που το περιβάλλον μας υποδέχτηκε τη φυσική μας περιέργεια.

6764987-HSC00001-7

Μαζί υποστηρίζουν το οικοδόμημα του εαυτού, με τις ανάγκες και τις επιθυμίες να κάθονται στην μία μεριά και και τον φόβο στην άλλη. Στη μέση, ως διαχειριστές αυτών των δύο αντίρροπων δυνάμεων, βρίσκονται οι αμυντικοί μας μηχανισμοί, οι οποίοι καλούνται να προσαρμόσουν τις πρώτες στην πραγματικότητα με έναν τρόπο που θα μας επιτρέψει να τις βιώσουμε στο βαθμό που δεν θα διακινηθεί υπερβολικό άγχος (με την ευκαιρία, αυτό σημαίνει και προσωπικότητα. Το σύνολο των μηχανισμών άμυνας που μας βοηθούν να προσαρμοστούμε στην πραγματικότητα. Ανάλογα, βέβαια, πόσο διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα που ανήκουμε, αντί να μας βοηθούν σε αυτό το εγχείρημα, ονομάζουμε το σύνολό τους διαταραχή προσωπικότητας).

Πόσο διαφέρουν, όμως, αυτές οι δύο άκρες του εαυτού; Οι ανάγκες από τους φόβους; Ίσως και καθόλου πέρα από μία «μικρή» λεπτομέρεια. Την ικανότητά μας να πραγματοποιούμε τις πρώτες. Με αυτό, εννοώ ότι όταν μία ανάγκη μας έχει μείνει για μεγάλο διάστημα ανικανοποίητη, με τον καιρό θα καταλήξουμε να την φοβόμαστε.

Ας φανταστούμε ένα παιδί που έχει ανάγκη από αγάπη, δεν την λαμβάνει, αλλά ούτε και οι άλλοι επιτρέπουν να την λάβουν από αυτό στην μορφή που μπορεί να τη δώσει. Το παιδί θα καταλήξει να φοβάται ν’ αγαπηθεί και ν’ αγαπήσει. Ας σκεφτούμε ένα παιδί που είχε ανάγκη από σταθερά αντικείμενα στη ζωή του, αλλά τα πρόσωπα που ήταν υπεύθυνα για εκείνο, ήταν ασταθή ή συναισθηματικά απόντα. Το παιδί θα οδηγηθεί να φοβάται την εμπιστοσύνη. Αν φέρουμε στο νου μας ένα παιδί που είχε ανάγκη από φροντίδα, αλλά αντ’ αυτού έλαβε περιφρόνηση, το παιδί θα μεγαλώσει και θα φοβάται να επιτρέψει να φροντιστεί.

Η ανάγκη, λοιπόν, μετατρέπεται σε φόβο όταν για καιρό δεν έχουμε τα μέσα να την πραγματοποιήσουμε. Γίνεται ένας θεόρατος βράχος που απειλεί να συνθλίψει τον εαυτό, όπως, κατά πάσα πιθανότητα, το παιδί έβλεπε και το ίδιο τις ανάγκες του μέσα από τα μάτια εκείνων που θα το βοηθούσαν να τις ικανοποιήσει αλλά δεν το έκαναν (μην ξεχνάμε ότι στην βρεφική και παιδική ηλικία βρισκόμαστε σε κατάσταση εξάρτησης. Χρειαζόμαστε τους άλλους να ικανοποιήσουν αυτό που έχουμε ανάγκη εμείς, αλλά δεν έχουμε τα απαραίτητα εφόδια να το κάνουμε για τον εαυτό μας. Είναι τόσο οι απαντήσεις τους στις ανάγκες μας, όσο και ο τρόπος που λειτουργούσαν απέναντι στην τάση μας για εξάρτηση, ο οποίος αποθηκεύεται μέσα μας και αφήνει το αποτύπωμά του σε μελλοντική κάθε στενή εμπειρία).

Από αυτό το σημείο και έπειτα, κάθε φορά που έχουμε μία ανάγκη ή επιθυμία, θα ξυπνά κι ο φόβος ότι η ανάγκη αυτή θα καταστρέψει ή θα αποδιώξει τα πρόσωπα από τα οποία εξαρτόμαστε, οπότε, σε αυτό το σημείο, αναλαμβάνουν οι μηχανισμοί άμυνας που ανέφερα στην αρχή να μεταθέσουν αυτή την ανάγκη σε άλλα πεδία ή να μοιράσουν την «ποσότητά» της σε περισσότερα από ένα πρόσωπα ή ακόμα και να την υποτιμήσουν, γεγονότα που εξυπηρετούν το να αρνηθεί ο εαυτός την πραγματικότητα του τι χρειάζεται ώστε να μην συνειδητοποιήσει ότι εξαρτάται από ανθρώπους που δεν είναι ικανοί να τον συναισθανθούν.

Εφόσον, λοιπόν, αυτοί οι μηχανισμοί προστατεύουν από το άγχος που διακινεί ο φόβος που έχουμε για τις ανάγκες μας και τα όσα χρειαζόμαστε, τότε είναι απαράμιλλης σημασίας να καταλάβουμε τι φοβόμαστε πίσω από αυτούς και αυτό γίνεται μόνο με έναν τρόπο. Πρέπει να ακούσουμε τον φόβο μας, αντί να τον υπακούσουμε. Τί μπορεί να σημαίνει άραγε αυτή η φράση; Ας προσπαθήσουμε να την καταλάβουμε μέσα από την παρακάτω περίπτωση…

Η Μαρίνα, παρά το ότι δεν είχε ξεπεράσει την στενοχώρια της, βρισκόταν σε περίοδο επανασύνδεσης με τον Νίκο. Έναν άνθρωπο που την είχε χωρίσει ήδη δύο φορές στο παρελθόν (κάθε φορά που η Μαρίνα περνούσε προσωπικές δυσκολίες), αλλά πάντα την ξαναπλησίαζε έπειτα από κάποιο καιρό. Καθώς ενέτεινε τις προσπάθειές του να είναι μαζί, ζητώντας να επικοινωνούν και να συναντιούνται σε τακτικότερη βάση, η Μαρίνα ένιωσε ένα φόβο που την παρέλυσε. Μου σχολίασε ότι όλο αυτό το ένιωθε «πάρα πολύ…» και ότι «προχωράει πολύ γρήγορα…».

Όταν την ρώτησα τί την φόβιζε, απάντησε σχεδόν αυτόματα «φοβάμαι ότι θα τον χάσω ξανά, αν είμαστε πάλι μαζί…». Έτσι, είχε αποφασίσει να ξανασμίξει μεν μαζί του, αλλά σταδιακότερα. Παρά το ότι ο φόβος της απώλειας ήταν πραγματικός, και δεν ήταν καθόλου κακή η ιδέα να πάρει τον χρόνο της, ίσως να υπήρχε και κάτι ακόμα από το οποίο ήθελε να προστατέψει τον εαυτό της, πέρα από το να χάσει τον Νίκο ακόμα μία φορά.

Σε κάποιο στιγμιότυπο της κουβέντας μας, μου μοιράστηκε ότι ο Νίκος επέμενε να ξαναβάψει τα μαλλιά της ξανθά (μετά τον τελευταίο τους χωρισμό, η Μαρίνα είχε σκουρύνει το χρώμα τους και τώρα ο Νίκος της έλεγε ότι την σκοτεινιάζουν). Την ρώτησα πώς αισθάνεται για αυτό και μου είπε ότι την ενοχλεί που την πίεζε για κάτι τέτοιο (το χρώμα των μαλλιών της ήταν ένας συμβολισμός για την περίοδο του χωρισμού τους και του πόνου της, τον οποίο δεν ήταν έτοιμη ακόμα να αφήσει πίσω της).

Όπως και την πρώτη, έτσι και αυτή την φορά, που ο Νίκος της είχε ανακοινώσει ότι δεν ήθελε να είναι άλλο μαζί, δεν έδειξε καμία διάθεση να συζητήσει μαζί της το λόγο που την εγκατέλειπε. Απέφυγε τις προσπάθειές της να μιλήσουν, μέχρι που εξαφανίστηκε ολοκληρωτικά για ένα διάστημα. Αυτό ήταν μεγάλο πλήγμα για την Μαρίνα αφού, δίχως να της δώσει κάποια εξήγηση για την απόφασή του, την άφησε στο έλεος των σκέψεών της οι οποίες της ψιθύριζαν ότι δεν ήταν αρκετά σημαντική για εκείνον ώστε να αντιμετωπίσει πλάι της τις δυσκολίες που περνούσε (αυτή ήταν η ερμηνεία που της είχα δώσει τότε σχετικά με το τι υπήρξε το πιο επίπονο στην συμπεριφορά του).

Αφού ξαναεμφανίστηκε, ο Νίκος έδειχνε την ίδια αγωνία όπως πάντα να ξαναπλησιαστούν το συντομότερο δυνατόν, και να επανέλθει η κατάσταση σε αυτό που ήταν προτού χωρίσουν, χωρίς να συζητήσουν τίποτα για το μεταξύ τους (αυτό καταλάβαινα ότι σήμαινε η ανάγκη του να αλλάξει άμεσα το χρώμα των μαλλιών της η Μαρίνα. Δεν άντεχε να βλέπει σε εκείνη κανένα «σκοτείνιασμα» που μπορεί να της είχε προκαλέσει, όπως δεν είχε αντέξει και τότε να αντιμετωπίσει τον πόνο της για τον χωρισμό τους).

Η Μαρίνα σε ένα ασυνείδητο επίπεδο το εισέπραττε αυτό. Αντιλαμβανόταν ότι ο Νίκος δεν ήταν ικανός να διαχειριστεί οτιδήποτε το επίπονο και πως, αν προέκυπτε ξανά κάτι που θα την απασχολούσε στο μέλλον, ο Νίκος θα απομακρυνόταν ακόμα μία φορά. Έτσι, έπρεπε να δεχτεί μέσα της ότι θα πρέπει να διαχειρίζεται οτιδήποτε δύσκολο μόνη της και να κρύβει τα συναισθήματά της (όπως έκανε, εξάλλου, και στην σχέση τους με κάθε τι που προκαλούσε δυσφορία μεταξύ τους ).

Το σχόλιό της, ότι όλο αυτό προχωρούσε πολύ γρήγορα, και η βιασύνη της να ορίσει την απώλεια του Νίκου ως αυτό που την φόβιζε, ήταν ένα τείχος απέναντι σε αυτή την συνειδητοποίηση. Αν η επανασύνδεσή τους εξελισσόταν με αργό ρυθμό, θα μπορούσε να «ξεπεράσει» μόνη της την απογοήτευσή της για την συμπεριφορά του και να μην χρειάζεται να καθρεφτίζεται επάνω της η συναισθηματική της αλήθεια (πράγμα που θα ήταν πραγματικά προστατευτικό για εκείνον και όχι για την ίδια).

Ο φόβος της, λοιπόν, είχε να κάνει με κάτι πολύ πιο βαθύ και συγκεκριμένο από το «φοβάμαι ότι θα τον χάσω ξανά…». Είχε να κάνει με το ότι «Καλούμαι να συμφιλιωθώ με το ότι πρέπει να αποχωριστώ ένα μεγάλο κομμάτι μου αν θέλω να ανήκω σε αυτή την σχέση, γιατί η προϋπόθεσή της είναι να απαρνούμαι, ή να βιώνω μόνη μου οτιδήποτε δύσκολο». Η αλήθεια, λοιπόν, ήταν ότι όντως κινδύνευε να χάσει κάτι ξανά, όμως αυτό το κάτι ήταν το κομμάτι της που περιείχε τον πόνο της. Αυτό προσπαθούσε να της πει ο φόβος της του να είναι μαζί του στην πραγματικότητα. Κάθε φορά που θα είναι με τον Νίκο, θα εγκαταλείπει ένα μέρος του εαυτού της, ανεξάρτητα ή όχι αν εκείνος την εγκαταλείπει.

Ο φόβος, επομένως, ένα από τα δύο δομικά υλικά του εαυτού όπως τα ονομάσαμε στην αρχή, είναι πολύ πιο σημαντικός από το να μας επιβραδύνει ή να μας απομακρύνει από όσα δεν γνωρίζουμε ακόμα για εμάς. Μπορεί να μας βοηθήσει να μας κατανοήσουμε και να αναζητήσουμε τις ανάγκες μας σε καταλληλότερα πρόσωπα, που μπορούν να μας δώσουν αυτό που χρειαζόμαστε, με το μόνο που απαιτεί για να μετατραπεί σε χρήσιμο εργαλείο, είναι να συζητήσουμε μαζί του αντί να ενδώσουμε σε αυτόν.

Facebook Twitter Google+ LinkedIn