Η αναζήτηση του άλλου μισού του εαυτού μας: Θάνατος

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΙΑΚΩΒΟΣ ΣΙΑΝΟΥΔΗΣ
Ψυχολόγος Bsc, ψυχοθεραπευτής|

Αφού – πριν από λίγο καιρό – μιλήσαμε για την αναγνώριση ήρθε η ώρα να περάσουμε στο επόμενο θέμα μας… Στη διττή έννοια του θανάτου – στον οποίο – τόσο αναγνωριζόμαστε όσο και λησμονούμαστε. Εδώ, θα εξηγήσουμε τη θέση του Freud και θα την σταθμίσουμε κατασκευάζοντας μία ακόμα, φανταστική, ιστορία…

Η ιστορία μας ξεκινά σε μία χώρα που δεν υπήρχαν ρολόγια… Ο χρόνος δεν υπήρχε σαν έννοια και κανείς δεν γνώριζε τι χρονιά, τι μέρα ή τι ώρα είναι! Επειδή ο χρόνος δεν είχε επινοηθεί κανείς δεν είχε παρελθόν και μέλλον παρά μόνο παρόν. Παρά την απουσία του χρόνου κανείς δεν αργούσε στις συναντήσεις του καθώς δεν υπήρχε ποτέ προκαθορισμένη ώρα για συνάντηση. Με αυτόν τον τρόπο καθένας έβλεπε αυτόν που ήθελε τη στιγμή που ήθελε και αυτό έκανε τις σχέσεις τους πιο δυνατές. Η απουσία του χρόνου αναιρούσε την έννοια της υποχρέωσης και άφηνε μόνο τη θέληση για επαφή· για επικοινωνία.

Time Flies

Ακόμα, οι έννοιες της αναβλητικότητας και της διορίας δεν υπήρχαν καθώς οι δύο κύριοι πυλώνες τους – το παρελθόν και το μέλλον – εξέλιπαν! Συγκεκριμένα, η απουσία του παρελθόντος προφύλασσε τους ανθρώπους από το να προβάλλουν εξουσιαστικές φιγούρες επάνω στους ανθρώπους του παρόντος τους όταν εκείνοι τους ζητούσαν κάτι και – έτσι – δεν καθυστερούσαν ποτέ στο να το φέρουν εις πέρας! Από την άλλη, η απουσία του μέλλοντος ήρατε το άγχος της διορίας και έτσι ποτέ κανείς δεν πλάγιαζε με το φόβο του να αργήσει!

Η αποταμίευση αναμνήσεων δεν υπήρχε παρά μόνο το βίωμά τους και αυτό έκανε την κάθε στιγμή με αγαπημένα πρόσωπα να μετράει περισσότερο και να βιώνεται ως το μεδούλι αφού κανείς δεν διατηρούσε την επιφύλαξη της φθοράς τους. Το πιο σημαντικό, όμως, ήταν ότι χωρίς παρελθόν και μέλλον, χωρίς να ξέρει πόσο χρονών είναι ο καθένας, οι άνθρωποι ήταν αθάνατοι! Ελεύθεροι από τα πρέπει επιδίδονταν στα θέλω με μία λεπτότητα και σεβασμό ο ένας ως προς τα θέλω του άλλου.

Μέσα σε αυτόν τον τόπο, λοιπόν, υπήρχε κάποιος ο οποίος ήθελε να μάθει πόσες στιγμές μετρούσε το “τώρα” του αφού δεν μπορούσε να φέρει στο νου του τη μέρα που είχε πρωτοσυναντήσει κανέναν. Βασάνιζε τον εαυτό του με αυτή τη σκέψη και, αυτή, η σκέψη τού γεννούσε και άλλες… Βλέπετε, αν μάθαινε την απάντηση στο ερώτημά του, αν ήξερε πόσες στιγμές είχε περάσει στη ζωή του, θα μπορούσε και να τις μετρήσει… Και αν μπορούσε να τις μετρήσει τότε, αυτομάτως, θα ήξερε πόσο χρόνο έχει ζήσει αλλά και – σε σχέση με αυτόν – πόσο είχε ζήσει ο καθένας! Οι σκέψεις μονοπώλησαν το νου του και έτσι, ξεκίνησε για το ταξίδι που πίστευε ότι θα του προσφέρει την απάντηση. Περιπλανήθηκε ώσπου έφτασε σε ένα μεγάλο ποτάμι το οποίο φαινόταν να μην έχει αρχή και τέλος.

The Virgin River, Zion National Park

Πλησιάζοντας, διέκρινε ότι στη μία άκρη του ποταμού υπήρχε η επιγραφή “μακάρι αυτή η στιγμή να διαρκέσει για πάντα” ενώ στην άλλη το “δεν μπορώ να το αντέξω ούτε στιγμή παραπάνω”. Ο ίδιος μπερδεύτηκε καθώς κανένα από τα δύο δεν απαντούσε στο ερώτημά του… Πόσες στιγμές μετρούσε το “τώρα” του; Πόσο χρόνο είχε ζήσει; Η λαχτάρα του, όμως, ήταν τόσο μεγάλη που τον οδήγησε στο να περπατήσει ως τη μία άκρη και να πιει από το “μακάρι αυτή η στιγμή να διαρκέσει για πάντα”. Όσο έπινε, όμως, συνέβαινε κάτι το παράδοξο… Αντί να ξεδιψάει, αντί το νερό να ικανοποιεί τη δίψα του, εκείνος διψούσε περισσότερο!

Όταν σταμάτησε, η ώρα που έπινε από το ποτάμι τον έκανε να καταλάβει κάτι που τον εξέπληξε όσο τίποτα πριν. Ότι το σήμερα για να γίνει πάντα πρέπει πρώτα να γίνει αύριο. Όμως, αυτό σήμαινε κάτι τρομερό… Το σήμερα δεν ανήκε στον εαυτό του! Ανήκε, πλέον, στην θλίψη του χθες και στην αγωνία του αύριο. Έμαθε, επίσης ότι από όποια άκρη κι αν είχε πιει το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο… Μαζί με το πάντα, πάντα θα διαρκούσε και η στιγμή του ταλανισμού του καθώς δεν μπορούσε να την αντέξει ούτε στιγμή παραπάνω! Αυτό, το πάντα της, φυλάκισε την ζωή του σαν ανάμνηση με τα αμέτρητα γιατί της και τον εμπόδιζε από το να τη ζήσει ως βίωμα. Ο ίδιος έγινε ο χρόνος, το πρώτο ρολόι του εαυτού του· κάποιος που του υπενθύμιζε το πεπερασμένο του.

Μαζί με αυτό, γεννήθηκε το άγχος, το υπονοούμενο και η αμφιβολία. Η λαχτάρα του να μάθει το χρόνο για να εκτιμήσει τις στιγμές που πέρασε, η λαχτάρα του να έχει κάτι που θα τις συνέκρινε και θα του επιβεβαίωναν τη σημαντικότητά τους τον έκανε δέσμιο της θνητότητάς τους. Τώρα, ζούσε στο μέλλον με το φόβο της απώλειας και στο παρελθόν με τις αλυσίδες των αναμνήσεων. Από τη μία, η ζωή του έγινε πιο πολύτιμη γιατί φοβόταν μην τη χάσει… Από την άλλη, όμως, ο φόβος τον εμπόδιζε από το να τη ζήσει στο έπακρο καθώς εκείνη ήταν πλέον φθαρτή…. Η μεγαλύτερη αλήθεια, όμως, είναι ότι το ποτάμι δεν άλλαξε τίποτα…. Βλέπετε, είχε ήδη δημιουργήσει το χρόνο από τη στιγμή που ξεκίνησε να βασανίζει το εαυτό του με αυτά τα ερωτήματα…

Η ιστορία, είναι μια αλληγορία για το τι συμβαίνει – εν μέρει – στο ασυνείδητό μας. Εκείνο, δε διέπεται από την αρχή του χρόνου για αυτό και στο ασυνείδητό μας είμαστε αθάνατοι. Για να γίνει περισσότερο κατανοητό επιχειρήστε να σκεφτείτε το θάνατό σας! Ναι, μπορείτε να το κάνετε και με εξαιρετική λεπτομέρεια – αν θέλετε – όμως από ποιανού τα μάτια παρακολουθείτε το θάνατό σας; Μα φυσικά από τα δικά σας! Το ασυνείδητό μας, λοιπόν, μας βλέπει αθάνατους και πίσω από αυτή την πεποίθηση βρίσκεται η πηγή του ηρωισμού. Πηγή η οποία με παράδοξο τρόπο μας οδηγεί στο να επιστρέψουμε στη θνητή μας φύση· στην “ακινησία” από την οποία προήλθαμε. Ο χρόνος είναι τόσο μία φυσική όσο και ψυχολογική έννοια όμως δεν παύει να είναι, καθαρά, συνειδητή. Από την μία υπάρχει η φυσική φθορά από την άλλη, όμως, υπάρχει η ερμηνεία που της δίνουμε· η εκτίμηση ή η καταστροφοποίηση.

immortal

Οι άνθρωποι συνηθίζουμε να αποταμιεύουμε στιγμές όταν περνούμε καλά μέσα από τα κινητά μας τηλέφωνα, τις ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές και τις δηλώσεις ευτυχίας στα κοινωνικά δίκτυα. Τις αποταμιεύουμε για να τις ζήσουμε στο μέλλον γιατί, όμως, δεν τις βιώνουμε στο τώρα; Γιατί αντί για πηγές χαράς σε μία δύσκολη κατάσταση μετατρέπονται σε μελαγχολικές υπενθυμίσεις της ευδαιμονίας του παρελθόντος; Ίσως γιατί φοβόμαστε ότι ακόμα δεν έχουμε επιτελέσει τα καθήκοντά μας για να το δικαιούμαστε, όμως, αυτός ο φόβος τίνος γέννημα είναι; Επιθυμούμε τόσο πολύ να ζήσουμε για πάντα και να κουβαλήσουμε τους αγαπημένους μας μαζί σε αυτή την φαντασίωση που ξεχνούμε να ζήσουμε στο τώρα. Διδασκόμαστε μία θεωρία αντί να βιώνουμε την πράξη της. Ο θάνατος, είναι κάτι τόσο πραγματικό όσο και πλαστό. Είναι υπαρκτός με την παρουσία του και πλαστός με την ερμηνεία που του δίνουμε εμείς. Όταν κάποιος χαθεί – πρωτίστως – το αποδίδουμε στην τυχαιότητα.

Ήταν ατύχημα” λέμε,
Ήταν η αρρώστια αλλιώς θα ζούσε για πάντα

Σεβόμαστε τους απολεσμένους περισσότερο από ότι ζωντανούς καθώς νιώθουμε ότι έχουν επιτύχει ένα, υπερβολικά, δύσκολο έργο· αυτό του θανάτου. Το πιο δύσκολο έργο, όμως, είναι το βίωμα της ζωής χωρίς το θάνατο ως μέτρο της. Κλείνοντας, ας κρατήσουμε στο νου ότι ο φόβος του θανάτου είναι μόνο η άκρη του πέπλου που κρύβει την ενοχή της θέλησης για ζωή. Θέληση, η οποία – κάποτε – μπορούσε να οδηγήσει στην εγκατάλειψή μας από τους σημαντικούς άλλους ή στον “ευνουχισμό” μας. Να θυμάστε… Υπάρχει, πάντα, λίγο από το αύριο στο χθες και στο σήμερα όμως δεν θα υπάρξει ποτέ το αύριο αν το “σήμερα” δεν έρθει.

Ενδεικτική βιβλιογραφία:
Chapelle, D. (1993). Nietzsche and Psychoanalysis, New York: State University of New York Press
Ferrari, J., E., Johnson, J., L. & McCown, W., G. (1995). Procrastination and Task Avoidance: Theory, Research, and Treatment, New York: Plenum Press
Freud, S. (2005). The Unconscious, London: Penguin Classics
Freud, S., Strachey, J. & Gay, P. (1990). Totem and Taboo, New York: Norton & Co
Freud, S. & Strachey, J. (2010). Beyond the Pleasure Principle, U.S.A: CreateSpace Independent Publishing
Meissner, W., W. (2007). Time, Self, and Psychoanalysis, United States of America: Jason Aronson

Facebook Twitter Google+ LinkedIn