Ιάκωβος Σιανούδης: “Η βαλίτσα με την προίκα”

Απόσπασμα από το βιβλίο Ψυχο-Διηγήματα|

(Για τα βιώματα που κουβαλάμε από παιδιά)

 

” Όταν ο Πέτρος συνάντησε την Άννα, όπως ήταν φυσικό, δεν έδειξαν ο ένας την βαλίτσα του στον άλλο. Στον τόπο που ζούσαν, κι ας μην το γνώριζαν, όλοι οι ενήλικες κουβαλούσαν από μία που μέσα της υπήρχαν τα βιώματα της παιδικής τους ηλικίας. Οι βαλίτσες έρχονταν σε όλα τα μεγέθη και χρώματα, άλλες ξεθωριασμένες με το πέρασμα των χρόνων και άλλες περισσότερο καθαρές και περιποιημένες. Κάποιες είχαν πάρα πολλές χωριστές τσέπες, που σφάλιζαν με φερμουάρ, και ποτέ το περιεχόμενο της μίας δεν ερχόταν σε επαφή με το περιεχόμενο της άλλης, ενώ κάποιες άλλες είχαν μονάχα μία μεγάλη θέση όπου τα πάντα ήταν ανακατεμένα και ανάστατα. Κάποιες ήταν ασφυκτικά γεμάτες, ογκώδεις  και παραγεμισμένες, ενώ άλλες σχεδόν άδειες. Κι όσο λιγότερα πράγματα κουβαλούσε η βαλίτσα κάποιου, τόσος περισσότερος χώρος υπήρχε για να την γεμίσει με τις εμπειρίες του παρόντος.

Όταν, λοιπόν, ο Πέτρος συνάντησε την Άννα, αυτό που τον έλκυσε – όπως αυτό που έλκυε όλους τους ανθρώπους μεταξύ τους – ήταν το ότι έμοιαζε ιδανική υποψήφια για να τον δεχτεί με την προσωπική του περιουσία• για να τον αντέξει μαζί με τη βαλίτσα του, που ούτε ο ίδιος δεν δεχόταν και γνώριζε ότι κουβαλά. Στην αρχή του δεσμού τους, ακούσια, ο Πέτρος ξέσφιξε τη λαβή του και άφησε τον τεράστιο όγκο από το χέρι του να πέσει στο πάτωμα. Αμέσως, ένιωσε μία λυτρωτική ανακούφιση κι ας μην καταλάβαινε το γιατί τότε. Κι ας μην καταλάβαινε το τι είχε γλιστρήσει απ’ το χέρι του. Ο πρώτος χρόνος κυλούσε ονειρικά και ελάχιστες ήταν οι φορές που οι δυο τους σκόνταφταν επάνω σε κάτι που δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από τη βαλίτσα που βρισκόταν στο κέντρο του δωματίου. Όταν αυτό συνέβαινε, και χωρίς να αντιλαμβάνεται το τι ήταν αυτό που είχε βρει το δρόμο του στη σχέση τους, η Άννα ζητούσε ευγενικά από τον Πέτρο να απομακρύνει οτιδήποτε έμπαινε εμπόδιο ώστε να μην μπλέκεται στα πόδια τους και τους ενοχλεί.

Ένα βράδυ, σε μία ρομαντική έξοδο, το νεαρό κορίτσι, που είχε εκτεθειμένους τους ώμους της στην ψύχρα, ένιωσε να κρυώνει, γεγονός που την έκανε λιγότερο εκδηλωτική και πληθωρική στις κινήσεις της απ’ ό,τι συνήθως. Για τον Πέτρο, όμως, αυτή της η αντίδραση ήταν απειλητικά οικεία… Στον μορφασμό της Άννας, στο στιγμιαίο γέρσιμο του κεφαλιού της, που αναζητούσε μια πιο βαθιά θέση ανάμεσα στους ώμους της, του θύμισε τον τρόπο που υποχωρεί το κύμα σαν ορμητικά σκάει στο βράχο λες και απογοητεύτηκε από αυτό που αντίκρισε όταν ορθώθηκε ψηλότερα απ’ αυτόν. Όμοια εικόνα έκανε κι όταν θυμόταν την μητέρα του σε ανάγκη και έτσι – χωρίς να το σκεφτεί καθόλου – άνοιξε τη βαλίτσα με την προίκα της παιδικής του ηλικίας και της είπε «πάρε», φορώντας της το παλτό της μαμάς του.

Η κοπέλα, εκείνη τη στιγμή, μαζί με το χοντρό ρούχο που την σκέπασε, δέχθηκε την αθωότητα της φροντίδας ενός παιδιού προς το πρόσωπο που αγαπά το περισσότερο και αυτό ήταν κάτι που την ζέστανε μέχρι τα κόκαλά της. Η Άννα, ένιωσε τόσο όμορφα που κράτησε το παλτό επάνω της και την επόμενη νύχτα και τη μεθεπόμενη μέχρι που αρνούταν να το βγάλει ακόμα κι όταν ο καιρός ήταν ασφυκτικά ζεστός.

Μαζί, όμως, με το όφελος της φροντίδας, μοιραία, άρχισε να επωμίζεται και άλλες ιδιότητες της ταυτότητας που είχε φορέσει, όπως ο φόβος του Πέτρου απέναντι στην κτητικότητά της μητέρας του και το αίσθημα πνιγμού που ένιωθε κάθε φορά που δεν του επέτρεπε να ξεμυτίσει από δίπλα της.

Με τον καιρό, χωρίς να το καταλαβαίνει, ο νεαρός άντρας ένιωσε αρκετά άνετα ώστε να ανοίξει την βαλίτσα του τελείως και να αρχίσει να ξεδιπλώνει το περιεχόμενό της. Ήταν η προσπάθειά του να την ξεδιαλύνει• να ξεδιαλύνει την περιουσία του – όπως έλεγε στην Άννα κάθε φορά που του γκρίνιαζε για τα δύσκολα συναισθήματα που ξεπηδούσαν από αυτή και έμπαιναν ανάμεσά τους – μα περισσότερο ήταν η ανάγκη του να ξαναζήσει στο οικείο. Σύντομα, τα ρούχα της βαλίτσας βρίσκονταν παντού ενώ δεν έλειπαν οι φορές που ο Πέτρος θα «έντυνε» την Άννα με κάποιο από αυτά για να κάνουν οικονομία στο χώρο και να βοηθηθεί κι ο ίδιος στο να αισθανθεί το φορτίο του πιο ελαφρύ. Εξάλλου, εδώ που τα λέμε, δεν την είχε διαλέξει τυχαία. Οι διαστάσεις της Άννας, οι επιφάνειες και οι αναλογίες της, την καθιστούσαν το καλύτερο δυνατό υπόδειγμα πάνω στο οποίο θα πρόβαρε την γκαρνταρόμπα που κουβαλούσε από παιδί. Το ίδιο, φυσικά, ίσχυε και για εκείνη που στο πρόσωπο του Πέτρου είδε κάποιον που θα ταίριαζε γάντι στο περιεχόμενο της δικής της βαλίτσας.

Με κάθε ρούχο που έντυνε το κορμί της, το νεαρό κορίτσι αποκτούσε και κάτι από το παρελθόν του Πέτρου, γεγονός που την έκανε τρομερά γνώριμη• τρομερά οικεία. Αυτό που την έφερνε τόσο κοντά στο πριν ήταν το άρωμα με το οποίο ήταν ποτισμένα τα υφάσματα. Ένα άρωμα που ανακαλούσε από την μνήμη του νεαρού άντρα κάτι το καθησυχαστικό, και κάτι το ανήσυχο συγχρόνως, και το επένδυαν στην Άννα.

Φορά με τη φορά, ο τρόπος που της φερόταν άλλαζε παρέα με τον τρόπο που την εισέπραττε κι ο ίδιος. Το νεαρό κορίτσι που, από τη μέθη της εμπερίεξης, είχε ντυθεί με όσα περισσότερα από τα ρούχα της βαλίτσας του Πέτρου μπορούσε, άρχισε να μοιάζει με κάποια άλλη… Μια άλλη που, η ένταση των συναισθημάτων του συντρόφου της, σαν επιδέξιος γλύπτης, την είχε σμιλεύσει στη μορφή της πρωτόλειας εκείνης φιγούρας της ζωής του που τον είχε στιγματίσει. Αυτός ακριβώς, βέβαια, ήταν και ο λόγος που της φόρεσε την «προίκα» του, εξαρχής• αυτή ήταν η ανάγκη του. Να αποβάλλει το συσσωρευμένο συναίσθημα και να επικρατήσει στην φιγούρα εκείνη που κάποτε υπήρξε πολύ αδύναμος να αντιδράσει.

Σύντομα και η Άννα, χωρίς να το καταλάβει, είχε ανοίξει τη βαλίτσα που δεν ήξερε καν ότι κουβαλά και είχε δώσει στον νεαρό άντρα από το περιεχόμενό της. Συνέβη σε μία στιγμή θυμού του, όταν ο Πέτρος της είπε ότι δεν χρειάζεται να της εξηγεί τα πάντα και πως θα έπρεπε απλά να συμμορφωθεί με αυτό που της λέει, της θύμισε τον πατέρα της που ποτέ δεν συντασσόταν με το μέρος της, αλλά αντιθέτως υπερασπιζόταν τη μαμά της στους καβγάδες τους. Σχεδόν αυτόματα εκείνη τη στιγμή, λοιπόν, η κλειδαριά της βαλίτσας της και οι ασφάλειές της υποχώρησαν και από μέσα, για να την βοηθήσει στο να τον κάνει να σωπάσει, χύθηκε το κασκόλ του μπαμπά της, του οποίου οι πλέξεις πάντοτε της έγδερναν τα μάγουλα, σαν προσπαθούσε να τον πλησιάσει, και την απέτρεπαν από το να έρθει πολύ κοντά του. Το κασκόλ τυλίχθηκε γύρω από το λαιμό του και βολεύτηκε τόσο καλά που συνέχισε να αποτελεί εμπόδιο ακόμα και μετά τις διενέξεις τους. Συνέχισε να παραμένει εκεί και να κάνει τον νεαρό να μοιάζει με κάποιον άλλο. Ο λόγος που το επέτρεψε ο Πέτρος αυτό ήταν γιατί είχε παραδοθεί στην τραχιά επιφάνειά του που του θύμιζε πολύ το αίσθημα που άφηνε το χάδι της μητέρας του στο πρόσωπό του κάθε φορά που τον στηλίτευε σε κάποια απ’ της συγκρούσεις τους.

Χωρίς να το συνειδητοποιούν, οι δύο νέοι, είχαν φέρει την «προίκα» τους στη σχέση και, σε πολύ μικρό διάστημα, ζούσαν με τον τρόπο και τα συναισθήματα κάποιων άλλων. Κάποιων άλλων που δεν υπήρχαν πια στη ζωή τους, αλλά είχαν κρυφτεί καλά μέσα τους και βάραιναν τα κορμιά τους. Η γκαρνταρόμπα στις βαλίτσες τους, που είχε παγιδεύσει το θυμό, τη θλίψη και την αμφιθυμία τους για τα πρόσωπά εκείνα, είχε βρει τον τρόπο να φορεθεί επάνω τους με αποτέλεσμα, οι δύο νέοι να έχουν θαφτεί κάτω από αυτή και να ξεχνούν σε ποιον απευθύνονται. Όντας τραυματισμένοι, είχαν μπερδέψει την οικειότητα του πόνου με την αγάπη για αυτό, όταν συγκρούονταν, φρόντιζαν να πληγώνουν ο ένας τον άλλο τόσο ώστε να τον αισθάνονται μετά απαραίτητο και να νιώθουν την ψευδαίσθηση ενός μεγάλου έρωτα. Φυσικά, η αγάπη με τον πόνο ουδεμία σχέση έχουν. Η αγάπη είναι τσεκούρι που κόβει τον πόνο στα δύο και μετά τον καίει για να ζεστάνει τα παγωμένα χέρια που το κράτησαν, αλλά το βάρος των αποσκευών τους ήταν τόσο που δεν τους επέτρεπε να το δουν…

Οι δύο νέοι, παρέμειναν μαζί και σιγά-σιγά εξοντώνονταν στην προσπάθειά τους να εξοντώσουν εκείνους πριν από αυτούς που τους είχαν βλάψει. Ο Πέτρος και η Άννα, προτίμησαν να κάνουν τη σχέση τους κινηματογραφικό πανί που πάνω τους θα κρατιόταν ζωντανό το παρελθόν τους από το να αφήσουν πίσω τους ό,τι τους πονά και να προχωρήσουν ελεύθεροι. Αυτό που χρειάζονταν ήταν να αποφασίσουν ότι απέναντί τους είχαν μόνο ο ένας τον άλλο αφήνοντας πίσω τους τα βάρη του παρελθόντος. Φυσικά, αυτό δεν ήταν καθόλου εύκολο… Δεν ήταν εύκολο γιατί έπρεπε να εμπιστευτούν τον εαυτό τους πως τη στιγμή που θα χαλάρωναν τη λαβή τους και θα άφηναν τις αποσκευές τους να πέσουν στο πάτωμα, το χέρι τους δεν θα απέμενε γυμνό, αλλά θα κούρνιαζε στη ζεστασιά της παλάμης του άλλου…”

921A67E113130240ED5C9D7D9AD9E11F

Απόσπασμα από το βιβλίο “Ψυχο-Διηγήματα” , Ιστορίες μοτίβων που ερμηνεύουν το “Γιατί” στον τρόπο που σχετιζόμαστε. 

Εκδόσεις Αγγελάκη, 2019

Facebook Twitter Google+ LinkedIn