Μηχανισμοί άμυνας : Ευλογία ή Κατάρα;

Πόσες φορές δεν αναρωτηθήκαμε για φίλους γνωστούς ακόμα και για τους στενούς μας συγγενείς πως είναι δυνατόν να μη καταλαβαίνουν τις συμπεριφορές των ανθρώπων γύρω τους, οι οποίες μπορεί να τους υποβιβάζει να τους μειώνει ή ακόμα συμπεριφορές που μέσα από αυτές ζητούν κάποια άτομα τη βοήθεια τους; Και εκείνοι δείχνουν σαν να μη συμβαίνει τίποτα, σαν να μη μπορούν να συνειδητοποιήσουν ότι είναι θύματα ή και υπαίτιοι για ψυχολογικά αδιέξοδα, για μια αίσθηση διάχυτης δυστυχίας που νιώθουν ή που τη δημιουργούν στους άλλους, ένα τέλμα, το ανικανοποίητο ακόμα και το υπαρξιακό κενό. Όλα αυτά μεταφράζονται σε άγχος που μπορεί να μετουσιωθεί σε σωματική ή ψυχική ασθένεια, με άλλα λόγια αλλού είναι το πρόβλημα και αλλού εστιάζουν. Βλέπουν προβλήματα εκεί που δεν υπάρχουν, ενώ αντίθετα άλλοι εθελοτυφλούν μπροστά σε σοβαρά θέματα που ταλανίζουν την ψυχική τους ηρεμία, μοιάζουν να κρύβονται από το προφανές πρόβλημα και δείχνουν να είναι ικανοποιημένοι εκεί που θα έπρεπε να ανησυχούν.

ego

Γιατί όμως συμβαίνει αυτό;

Σύμφωνα με τον Freud το άγχος είναι μια τόσο οδυνηρή κατάσταση που αδυνατούμε να την αντέξουμε για πολύ. Γι’ αυτό το λόγο, το Εγώ ήδη από πολύ νωρίς αναπτύσσει τους λεγόμενους μηχανισμούς άμυνας. Είναι ασυνείδητες μέθοδοι με τις οποίες ο καθένας μας παραποιεί σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό την πραγματικότητα και ακυρώνει συνήθως δυσάρεστα συναισθήματα και σκέψεις έξω από τη συνείδηση, στο ασυνείδητο. Με αυτόν τον τρόπο, το άτομο προστατεύεται από το πολύ έντονο άγχος. Οι μηχανισμοί άμυνας ανήκουν στο κομμάτι του ασυνείδητου, δηλαδή, ενεργοποιούνται αυτόματα και δε συνειδητοποιούμε τη δράση τους.

Όλοι χρησιμοποιούμε μηχανισμούς άμυνας, πρόκειται για μια διαδικασία φυσιολογική παρόλα αυτά πρέπει να τονιστεί ότι όσο πιο αδύναμο είναι το Εγώ μας, τόσο πιο πολύ καταφεύγει σε μηχανισμούς άμυνας, ακόμα και όταν αντιμετωπίζει ένα μικρό σχετικά άγχος.
Η ιδιαίτερη προτίμηση που εκφράζει κάθε άτομο σε ορισμένες άμυνες είναι αποτέλεσμα τουλάχιστον τεσσάρων παραγόντων:
• της ιδιοσυγκρασίας του κάθε ατόμου
• του είδους των αρνητικών ψυχοπιεστικών παραγόντων που επηρέασαν το κάθε άτομο στη διάρκεια της πρώιμης παιδικής του ηλικίας
• των άμυνών που χρησιμοποιούσαν τα σημαντικά πρόσωπα (γονείς κλπ.) και λειτούργησαν ως πρότυπα
• των αποτελεσμάτων που είχε η χρήση κάθε άμυνας: δηλαδή, το άτομο μπορεί να δοκιμάσει διάφορες άμυνες, αλλά καταλήγει να χρησιμοποιεί (και γίνονται μέρος της προσωπικότητάς του) εκείνες που αποδεικνύονται πιο αποτελεσματικές

images

Οι μηχανισμοί άμυνας είναι κατά βάση προστατευτικοί μηχανισμοί που εξυπηρετούν, θα λέγαμε, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης του ψυχισμού, και αρχικά ως τέτοιες μέθοδοι προστασίας ενεργοποιούνται. Ωστόσο, εάν ενεργοποιούνται με το παραμικρό, μπορούν να αποτελέσουν οι ίδιοι πρόβλημα για τον ψυχισμό. Κι αυτό γιατί εάν υπερβολικά πολλές σκέψεις, συναισθήματα και ενορμήσεις παραγκωνίζονται στο ασυνείδητο, τελικά ο ψυχισμός φτωχαίνει και παγώνει.

Επίσης, σε τέτοιες περιπτώσεις, παρατηρείται ένα αίσθημα γενικής κούρασης, καθώς ο ψυχισμός καταναλώνει πάρα πολλή ενέργεια, για να κρατήσει όλα αυτά μακριά από τη συνείδηση –σαν μια πόρτα ερμητικά κλειστή. Επιπλέον, εάν οι μηχανισμοί άμυνας είναι πολύ ισχυροί, καταλήγουν σε παραποίηση της πραγματικότητας, κάτι έχει πολύ σοβαρές επιπτώσεις στην καθημερινή ζωή του ατόμου τόσο στις σχέσεις του όσο και στην εργασία του. Οι μηχανισμοί άμυνας, αν και αρχικά είναι φυσιολογικοί, μπορεί να καταλήξουν να πάρουν παθολογική μορφή και να φτάσουν να αποτελέσουν οι ίδιοι την αιτία ανάπτυξης συμπτωμάτων.

Είδη μηχανισμών άμυνας

Υπάρχουν πολλά και διαφορετικά είδη μηχανισμών άμυνας, όπως η απώθηση και η άρνηση που είναι οι πιο συνηθισμένοι. Ο πρώτος απομακρύνει στο ασυνείδητο όλα τα αγχογόνα συναισθήματα και σκέψεις και ο δεύτερος αρνείται συναισθήματα και σκέψεις ή μια πραγματικότητα τραυματική. Για να κατανοήσουμε τη λειτουργία της άρνησης, θα μπορούσαμε να την σκεφτούμε μέσα από τη λογική ενός παιδιού: «αν κάνω σαν να μη συμβαίνει, τότε δε συμβαίνει». Η λειτουργία της άρνησης διαρκεί πολύ περισσότερο σε τραυματικά γεγονότα, όπως στην απώλεια σημαντικών προσώπων, είτε θανάτου, είτε χωρισμού, είτε στην εμφάνιση κάποιας ασθένειας. Η άρνηση αποτελεί το πρώτο στάδιο του πένθους, το άτομο δηλαδή δεν αποδέχεται ότι έχει συμβεί το γεγονός. Εδώ φαίνεται πολύ καθαρά η προστατευτική λειτουργία των μηχανισμών άμυνας, η υποχώρηση της άρνησης είναι σταδιακή, σε δόσεις.

Άλλοι μηχανισμοί άμυνας είναι η μετάθεση δηλαδή η μεταφορά σκέψεων και συναισθημάτων π.χ. που αφορούν ένα πρόσωπο σε ένα άλλο εκεί που οι σκέψεις, συναισθήματα και πράξεις είναι αποδεκτά. Τα δύο πρόσωπα έχουν ομοιότητες μεταξύ τους που μπορεί να είναι και συμβολικές και όχι εμφανείς έτσι διευκολύνεται και καθοδηγείται η μετάθεση. Για παράδειγμα, ο Δ. δε χτυπάει τον αδερφό του, χτυπάει το συμμαθητή του ή η Α. δε βρίζει τον πατέρα της, βρίζει τον καθηγητή της ή το αφεντικό της. Δηλαδή, η επιθετική παρόρμηση μετατίθεται. Κοινωνικές τάσεις, όπως ο ρατσισμός ή ο σεξισμός, βασίζονται σε τέτοιες μεταθέσεις. Το ίδιο ισχύει και για τη γενικότερη κοινωνική τάση να “κατασκευάζεται” ένας αποδιοπομπαίος τράγος, πάνω στον οποίο διοχετεύονται όλα τα αρνητικά συναισθήματα. Ακόμα και οι σεξουαλικές ενορμήσεις μπορούν να μετατεθούν για παράδειγμα, τα σεξουαλικά φετίχ μπορούν να γίνουν κατανοητά ως τέτοιες μεταθέσεις.

Η μόνωση είναι ένας άλλος μηχανισμός, όπου μια απαράδεκτη σκέψη ή ένα συναίσθημα παραμένει στη συνείδηση, αλλά απομονώνεται πλήρως από το συναισθηματικό της φορτίο και απομένει μια σκέτη γνωσία. Παραδείγματος χάριν όταν ακούμε κάποιον να μας περιγράφει ένα πολύ τραγικό συμβάν χωρίς να εκφράζει ίχνος συναισθήματος. Το συναίσθημα, σ’ αυτήν την περίπτωση, είναι κατά πάσα πιθανότητα μονωμένο. Η μόνωση συνδέεται πολλές φορές με τον μηχανισμό της εκλογίκευσης ώστε το άτομο να απαλλαχτεί από αγχογόνα συναισθηματικά φορτία. Για παράδειγμα, «αντιπαθώ τον Πέτρο, όχι γιατί τον ζηλεύω, αλλά γιατί κάνει λάθος, διαφωνώ μαζί του γι’ αυτό και γι’ αυτό το λόγο κλπ.» (λογική επιχειρηματολογία). Αυτό που παραμένει ασυνείδητο είναι το κίνητρο, εδώ, η απόλυτα ορθολογική σκέψη έρχεται να κυριαρχήσει πάνω στα συναισθήματα και να τα καλύψει.

Στους μηχανισμούς άμυνας είναι και αυτός της ακύρωσης, όπου το άτομο κάνει μια πράξη ή σκέψη, για να ακυρώσει την ισχύ μιας άλλης πράξης ή σκέψης που τη βιώνει ως απαράδεκτη ή επικίνδυνη. Αυτός ο μηχανισμός κρύβεται πίσω από διάφορες δεισιδαιμονίες και διάφορους συνηθισμένους εξορκισμούς, όπως το «χτύπα ξύλο». Επίσης, ο μηχανισμός της προβολής, όπου το άτομο αποδίδει στους άλλους δικά του συναισθήματα και σκέψεις και με αυτόν τον τρόπο, απαλλάσσεται από δυσάρεστα συναισθήματα και σκέψεις. Αλλά και ο η μηχανισμός της υπερ-αναπλήρωσης. Δηλαδή μια σκέψη ή ένα συναίσθημα που βιώνονται ως απαράδεκτα μετατρέπονται στο εκ διαμέτρου αντίθετό τους. Για παράδειγμα, μια γυναίκα επιθυμεί ασυνείδητα να εξαρτηθεί από κάποιον και να ζει προστατευμένη, κάτι που όμως φοβάται συγχρόνως πάρα πολύ. Έτσι, αντ’ αυτού, συμπεριφέρεται ως μια πάρα πολύ δυναμική γυναίκα που ασχολείται μόνο με την καριέρα της, δε δέχεται βοήθεια από κανέναν και διακηρύσσει ότι μπορεί να κάνει τα πάντα μόνη της. Αντίστοιχα, ένας άντρας, ενώ σε ασυνείδητο επίπεδο αισθάνεται βαθιά σεξουαλικά ανασφαλής, επιδεικνύει μια υπερβολική αυτοπεποίθηση στον τομέα αυτό, συνάπτει πολλαπλές σεξουαλικές σχέσεις, υποτιμά τις ερωτικές συντρόφους του κλπ.

Ο μηχανισμός της παλινδρόμησης όταν το άτομο βρεθεί σε ψυχοπιεστικές καταστάσεις, για να τις αντιμετωπίσει, υιοθετεί πιο πρώιμες συμπεριφορές, που στο παρελθόν του είχαν φανεί αποτελεσματικές, της εξιδανίκευσης όπου το άτομο, προκειμένου να μην αφήσει να νιώσει κανένα αρνητικό συναίσθημα για ένα άλλο άτομο σημαντικό για το ίδιο, το εξιδανικεύει. Τη λειτουργία αυτού του αμυντικού μηχανισμού τη βλέπουμε πολύ καθαρά στα παιδιά, που –μέχρι τουλάχιστον την εφηβεία. Η εξιδανίκευση επιστρατεύεται, γιατί το άτομο δεν αντέχει το γεγονός ότι αυτός ο σημαντικός άλλος δεν είναι τέλειος, έχει και ελαττώματα και αδυναμίες. Αυτό που δεν αντέχει το άτομο είναι τα συναισθήματα που θα νιώσει, εάν παραδεχτεί ότι ο άλλος δεν είναι τέλειος. Αν η εξιδανίκευση επιστρατεύεται επειδή ο ψυχισμός δεν αντέχει να δει τα αρνητικά στοιχεία του άλλου, ο μηχανισμός της υποτίμησης ενεργοποιείται όταν ο ψυχισμός δεν αντέχει να δει τα θετικά στοιχεία του άλλου. Για παράδειγμα, ενώ βλέπω τις ικανότητες κάποιου και, μάλιστα, τον ζηλεύω γι’ αυτές, τον υποτιμώ και έτσι γλιτώνω από τα συναισθήματα ζήλειας. Τέλος, της ταύτισης με τον επιτιθέμενο, το άτομο μιμείται τη συμπεριφορά ενός άλλου ατόμου που του προκαλεί άγχος. Μέσα από το μηχανισμό αυτό, βλέπουμε συχνά να επαναλαμβάνεται διαγενεακά ο κύκλος της κακοποίησης: ο ενήλικας που είχε κακοποιηθεί ως παιδί βλέπουμε πολλές φορές να κακοποιεί και ο ίδιος το παιδί του ως γονέας.

Σύμφωνα με το Freud, η πλέον λειτουργική άμυνα είναι η μετουσίωση. Εδώ, η απαράδεκτη παρόρμηση διοχετεύεται σε ένα κοινωνικά αποδεκτό κανάλι. Για παράδειγμα, το να γίνει κανείς χειρούργος, χασάπης ή πυγμάχος μπορεί να αντιπροσωπεύει σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό μετουσιώσεις επιθετικών παρορμήσεων. Αντίστοιχα, το να γίνει κανείς ψυχίατρος ή ψυχολόγος μπορεί να αποτελεί μετουσίωση μιας ηδονοβλεπτικής τάσης. Κατά το Freud, ολόκληρη η ουσία του πολιτισμού εμπεριέχεται στην ικανότητα των ανθρώπων να μετουσιώνουν τις σεξουαλικές και επιθετικές τους τάσεις.

Η λειτουργία των μηχανισμών άμυνας

Οι μηχανισμοί άμυνας κατ’ αρχήν αυξάνουν πρόσκαιρα την προσαρμοστικότητα μας καθώς μειώνουν το άγχος που, σε αντίθετη περίπτωση, θα μπορούσε να πλήξει ανεπανόρθωτα το εγώ και, έτσι, του επιτρέπουν να συνεχίσει να λειτουργεί. Δημιουργούν μικρές αυταπάτες για τον εαυτό μας, για την ικανότητά μας να ελέγχουμε τα γεγονότα και για το μέλλον, οι οποίες μας δημιουργούν ένα αναγκαίο αίσθημα ασφάλειας. Πρέπει ωστόσο να τονιστεί ότι είναι δυνατόν να λειτουργήσουν και ως εμπόδια στην προσαρμογή του ατόμου, όλοι οι άνθρωποι αρνούμαστε σε κάποιο βαθμό την ύπαρξη του θανάτου, άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο. Φαίνεται ότι είναι δύσκολο για τον άνθρωπο να επενδύσει πλήρως στη ζωή, όταν διατηρεί συνεχώς επίγνωση του αναπόφευκτου του θανάτου. Ωστόσο, η άρνηση του θανάτου μπορεί να γίνει ιδιαίτερα επικίνδυνη, όταν συνδέεται με επικίνδυνες συμπεριφορές, π.χ. επικίνδυνη οδήγηση.

Όταν μία άμυνα, λοιπόν, δημιουργεί εμπόδια ή δυσκολίες σε ορισμένες θετικές πλευρές της ζωής, όταν αποκλείει άλλους πιο λειτουργικούς τρόπους αντιμετώπισης της πραγματικότητας, όταν δεν μας αφήνει να βιώσουμε το συναίσθημα μας, δηλαδή με άλλα λόγια όταν δεν μας αφήνει να ζήσουμε τη ζωή όπως αυτή μας προκύπτει κάθε φορά με τα καλά και τα άσχημα, με τα ωραία και τα μεγάλα με τα μικρά και θλιβερά, τότε αποδεικνύεται δυσπροσαρμοστική.

Ντίζου Άννα
Σύμβουλος ψυχικής υγείας-ψυχοθεραπεύτρια

Βιβλιογραφία
Ασημάκης, Π. (2001). Σύγχρονες ψυχοθεραπείες: από τη θεωρία στην εφαρμογή. Αθήνα: Εκδόσεις Π. Ασημάκης.
Igra, L. (1996). Αντικειμενότροπες σχέσεις και ψυχοθεραπεία. Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη.
Κίσσας, Γ. (2011). Εγώ κι Εσύ …και οι άλλοι. Αθήνα: Εκδόσεις ΑΡΜΟΣ.
Μαλικιώση – Λοΐζου, Μ. (1999). Συμβουλευτική Ψυχολογία. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Pervin, L. A. & John, O. P. (2001). Θεωρίες προσωπικότητας: Έρευνα και εφαρμογές. Αθήνα: Τυπωθήτω, Γιώργος Δαρδάνος.
Σατίρ, Β. (1989). Πλάθοντας ανθρώπους. Αθήνα: Εκδόσεις Κέδρος.

Facebook Twitter Google+ LinkedIn