Οι στάβλοι της ψυχής

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΙΑΚΩΒΟΣ ΣΙΑΝΟΥΔΗΣ
Bsc Ψυχολογίας, Συνθετικός Ψυχοθεραπευτής-Συγγραφέας|

Στους στάβλους της ψυχής, κατοικούν δύο άλογα που το ένα τραβάει στην αντίθετη μεριά απ’ό,τι το άλλο. Η Ανάγκη και ο Φόβος. Και τα δύο, όμως, μοιάζουν να ζητούν το ίδιο πράγμα. Να μπορώ να τα κατανοήσω, να τα ξεχωρίσω, αλλά και να τα σεβαστώ το ίδιο.

Η σχέση δε διαφέρει σε αυτό. Ζητάει κι αυτή, χρειάζεται. Κι αυτό που χρειάζεται, είναι να μπορώ να ξεχωρίσω το Εγώ και το Εσύ μέσα στο Εμείς. Χρειάζεται να ξεχωρίζω το άλλο από τις προβολές μου.

image

Ολόκληρος ο σκοπός της ωρίμανσης είναι να προβάλω λιγότερο. Να συνδέομαι λιγότερο με αυτό που φέρω για τον άλλο μέσα μου, και περισσότερο με αυτό που είναι πραγματικά εκείνος. Τότε και μόνο τότε, είναι και πραγματική η αγάπη μου.

Πολλές φορές το ακούω. “Μα, δεν μπορεί να αλλάξει λίγο; Να γίνει πιο τρυφερός, πιο δοτικός;” και η ερώτησή μου σε αυτό είναι πάντοτε η ίδια. “Αν άλλαζε, θα τον άντεχες;” Πριν βιαστώ να απαντήσω, ας αναλογιστώ το εξής. Κι αν τον άντεχα, γιατί δεν επέλεξα να σχετιστώ εξαρχής με κάποιον σαν εκείνον που ζητάω; Έχω αναλογιστεί αν θα ήξερα πώς να λειτουργήσω μέσα σε μια σχέση που η αγάπη θα διανεμόταν χωρίς όρους, χωρίς συνθήκες; Έχω μάθει να με αγαπώ με αυτόν τον τρόπο για να αντέξω και κάποιον άλλον που θα το κάνει;

Εκεί θεωρώ ότι υπεύθυνος για την ευτυχία μου είναι ο άλλος. Η απάντηση, όμως, για την ευτυχία μου δεν είναι ποτέ στο τι είναι ο άλλος, αλλά στο ποιος είμαι εγώ. Για αυτό και πριν γνωρίσω εσένα, θέλει να έχω γνωρίσει εμένα. Να με έχω μάθει. Να διαμορφώσω την αγάπη μου για να αντέξει μια αγάπη που θα έχει εκτίμηση κι αποδοχή. Να γνωρίσω τον εαυτό μου. Η θεραπεία βοηθάει σημαντικά σε αυτή την γνωριμία.

Ένα μέρος της αλλαγής είναι ασυνείδητο. Συμβαίνει όσο θεραπεύομαι χωρίς να το καταλαβαίνω τόσο. Όμως το μεγαλύτερο είναι συνειδητό. Απαιτεί προσπάθεια, μα πάνω απ’όλα, αντοχή. Χρειάζεται να αντέχω να αλλάξω, όχι να το θέλω απλώς. Χρειάζεται να έχω μάθει όλα όσα είμαι, να τα έχω κατανοήσει και να τα έχω αποδεχτεί, αφού μόνο όταν αποδεχτώ κάτι, εκείνο αλλάζει. Όσο δεν το αποδέχομαι, όσο αισθάνομαι ενοχή που το κουβαλάω, θα οδηγούμε στο να τιμωρούμαι για αυτό. Δεν αρκεί, όμως, να το ξέρω με το νου. Δεν αρκεί να έχω τη γνώση. Χρειάζεται και να πιστέψω σ’αυτήν. Εάν δεν πιστέψω, δεν θα μου επιτρέπω να την εφαρμόζω.

Κάποιος από τους σπουδαίους που συνομιλώ, φοβόταν τρομερά να δοθεί σε κάποια σχέση. Φοβόταν να επιτρέψει στον εαυτό του να αισθανθεί – γιατί για να αισθανθείς, χρειάζεται πρώτα να το επιτρέψεις. Χρειάζεται να ανοίξεις προς αυτό που θες να νιώσεις. Χρειάζεται ένας ελάχιστος βαθμός ευαλωτότητας, λοιπόν, κι αυτό είναι που τον τρόμαζε το πιο πολύ – “Κι αν φάω τα μούτρα μου; Κι αν μου πάρει πίσω κάποια στιγμή όσα μου δίνει;” Αυτό φαινόταν να τον βασανίζει πολύ. Μα ο λόγος που τον βασάνιζε, ήταν γιατί δεν είχε μάθει ποτέ να φροντίζει τον εαυτό του.

Το να μου στερήσει κάποιος τη φροντίδα είναι ένα ενδεχόμενο. Το να σκοντάψω και να χτυπήσω, να γδάρω τα γόνατά μου, είναι μία πραγματικότητα που μπορεί να βρεθεί στο δρόμο μου. Αν ξέρω πώς να φροντίσω τις πληγές μου, δεν θα έχει καμία δύναμη επάνω μου. Δεν θα με τρομάζει ο,τι κι αν συμβαίνει. Θα μπορώ να ζω, να απολαμβάνω, κι αν έρθει κάποια κακοτοπιά, θα είμαι εκεί να με αγκαλιάσω. Ο λόγος που τρέχουμε να προστατευτούμε από την ευτυχία, είναι ότι φοβόμαστε να αναλάβουμε τη φροντίδα αυτής της ευτυχίας. Μόνο τότε απολαμβάνουμε όμως.

Και για να αλλάξω, για να μου επιτρέψω να απολαύσω, χρειάζεται να δημιουργήσω σχέση με εκείνο που λαχταρώ. Και το να δημιουργήσω σχέση, σημαίνει να αφιερώσω χρόνο σε αυτό που θα ταχθώ. Χρόνο και συναίσθημα. Να είμαι συνειδητά εκεί. Να μου επιτρέπω να αφουγκράζομαι αυτό που χρειάζεται. Μέσα από αυτό, θα σχετιστώ και μαζί μου γιατί θα μάθω πώς να υπάρχω σε κάτι που δεν με υποχρεώνει. Θα μάθω να λειτουργώ σε κάτι που δεν με περιορίζει. Θα μάθω να με αγαπάω για αυτό που είμαι, όχι για αυτό που οφείλω να είμαι. Τότε θα μπορεί η πρώτη μου ύλη να είναι ατόφια από τους παιδικούς μου περιορισμούς.

Όμως, κάθε τι για να υπάρξει δεν μπορεί να είναι μόνο η πρώτη ύλη του. Χρειάζεται να έχει σχήμα, μορφή. Αυτή καθορίζει την ιδιότητα του. Την ταυτότητά του μέσα από την οποία σχετίζεται, αλληλεπιδρά, με κάτι άλλο. Η σχέση, βεβαίως, εκτός από πρώτη ύλη έχει και μορφή. Και αυτό που χαλκεύει αυτή τη μορφή είναι ο τρόπος που συντίθενται οι ιδιότητες που την αποτελούν. Τι γνωρίζω εγώ για την αγάπη, τι γνωρίζεις εσύ. Πώς με αγαπάς και πώς σε αγαπώ. Ποιες είναι οι ανάγκες μου και ποιοι οι φόβοι σου. Ποια είναι τα άλογα που κατοικούν στις ψυχές μας.

Συχνά συζητώ με γενναίους ανθρώπους που μου διηγούνται πόσο εξαρτημένοι είναι οι σύντροφοί τους από εκείνους και πόσο αυτό τους αποστερεί. Η εξάρτηση, όμως, δεν είναι ποτέ μονόδρομη, είναι πάντοτε αμφίδρομη. Κι αυτό γιατί ο πραγματικά ανεξάρτητος σύντροφος, δεν επιτρέπει ούτε στον άλλον να εξαρτηθεί από εκείνον γιατί καταντά το ίδιο εξαρτημένος. Εκείνος ο οποίος κουβαλά κάποιον που δεν μπορεί να βαδίσει μόνος του, εξάλλου, καταλήγει να κινείται με την ταχύτητα που αντέχει εκείνος που κουβαλιέται. Όμως γιατί δέχομαι να σε κουβαλάω;

Δεν εγκαταλείπομαι. Αυτή είναι η απάντηση στο γιατί παραμένω σε μια σχέση εξάρτησης. Μπορεί να εξαντλούμαι, να ταλαιπωρούμαι, να θυμώνω – ακόμα και να δυστυχώ – αλλά δεν φοβάμαι ότι θα μ’αφήσεις. Εκεί, όμως, χρειάζεται να αναρωτηθώ αν το να αισθάνομαι αναντικατάστατος για κάποιον μου είναι πιο σημαντικό από το να αισθάνομαι ευτυχισμένος.

Για αυτό και παραμένω. Ακούγεται συχνά. Να αισθάνεται κάποιος μισός όταν δεν έχει κάποιον στη ζωή του να κουβαλά. Κανείς που αισθάνεται μισός δεν μπορεί να δοθεί σε κάποιον άλλο, όμως. Μπορεί μόνο να πάρει. Χρειάζεται να είσαι ολόκληρος για να δοθείς. Να έχεις περίσσευμα. Αρκετό ώστε να μπορείς να ανοίξεις και να δώσεις λίγο από αυτό, χωρίς να σε κατατροπώσει η έλλειψή του. Χωρίς να φοβάσαι ότι ο άλλος θα στο στερήσει.

Εκεί που δίνω από το υστέρημα, μοιραία θα το ζητάω πίσω. Θα θυμώνω θανάσιμα με τον άλλο, θα θέλω να τον καταστρέψω όταν δεν θα μου δίνει κι εκείνος αυτό που μου χρωστάει. Θα φοβάμαι, θα θέλω να μην έχει ζωή έξω από έμενα. Θα νιώθω εγκατάλειψη αλλιώς. Μα, και εκεί, η λύση δεν είναι να φυλακιστούμε σε μια σχέση που θα μας μαστιγώνει, ούτε να προσπαθούμε να αλλάξουμε ο ένας τον άλλον, αλλά να αγαπήσουμε τις διαφορές μας.

Στις δυσκολίες των σχέσεων, εξάλλου, η λύση είναι πάντοτε η ενδυνάμωση του ζεύγους. Οι σχέσεις δεν βελτιώνονται όταν προσπαθώ να αλλάξω τα μελανά κομμάτια τους, αλλά όταν προσπαθώ να κάνω τα καλά, καλύτερα. Τότε τα λιγότερο καλά, αποκτούν μικρότερη σημασία αυτόματα. Εκεί πλησιαζόμαστε πραγματικά.

Όταν φοβάμαι να πλησιαστώ με τον άλλο, εκεί υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη να ερωτευτώ παρά να αγαπήσω. Ο έρωτας προστατεύει από την εγγύτητα αφού είμαι ερωτευμένος με την ιδέα σου και όχι με εσένα. Ο έρωτας είναι ένα πυροτέχνημα. Άπαξ και ανάψει, δεν χρειάζεται καμία προσπάθεια για να παραμείνει αναμμένο. Φέγγει με τόση ένταση που η μόνη λύση είναι οι εραστές να μην πλησιάζονται. Αναγκαστικά κρύβουν τα μάτια τους από τη λάμψη για αυτό και ο,τι δεν μπορούν να δουν από τον άλλο, το συμπληρώνει η φαντασία τους. Έτσι και παραμένουν ιδανικοί από μία απόσταση ασφαλείας. Ο έρωτας φωτοβολεί τα πάντα, μα σβήνει γρήγορα.

Για αυτό και η πραγματική σχέση, ξεκινά όταν ξεθωριάσει ο έρωτας. Εκεί που θα σε γνωρίσω για αυτό που είσαι. Εκεί που, αν είμαι ώριμος αρκετά, θα σε αντέξω και ο έρωτάς μου για σένα θα γίνει ερωτική αγάπη. Γιατί η αγάπη είναι ένα κερί. Θέλει μεγάλη προσπάθεια να παραμείνει αναμμένο και να συνεχίζει να καίει. Θέλει προστασία από τον αέρα, από την υγρασία, από τις απότομες κινήσεις. Από τις φωνές που μπορεί να το σβήσουν. Η φλόγα του δεν είναι τόσο δυνατή, μα αυτή είναι η μεγαλύτερή της δύναμη. Ότι για να μοιραστούν το φως της, δύο άνθρωποι χρειάζεται να πλησιαστούν πραγματικά ο ένας με τον άλλο. Μπροστά σ’αυτό το κερί, όλοι οι έρωτες φέγγουν ελάχιστα.

Όλη η αγάπη έχει να κάνει με το να κοιτάζω τον άλλον μέσα από τα μάτια μου, όχι μέσα από την ανάγκη μου, και να τον ακούω με τα αφτιά μου και όχι με την προσδοκία μου. Να προσπαθώ να μην βλέπω τίποτα δικό μου πάνω του γιατί θα περιμένω να ανταποκριθεί όπως φαντάζομαι, αφού θα είναι δικό μου αυτό που θα κοιτάζω. Να προσπαθώ να μην ερμηνεύω κάθε τι που κάνει, αλλά να δέχομαι ότι δεν θα φερθεί όπως θα φερόμουν εγώ. Είναι κάποιος άλλος, μα για αυτό τον αγαπώ. Γιατί καταλαβαίνω ότι κι εγώ είμαι.

Εκεί σπάω τα παιδικά μου δεσμά. Εκεί αλλάζω τη διαδρομή που με θέλει να με αποδέχομαι με όρους, να με εκτιμώ με όρους, να με αγαπώ υπό συνθήκες. Εκεί βγαίνω από την παιδική μου φυλακή. Σταματώ να νιώθω ένοχος και να τιμωρούμαι. Και η ενοχή αυτή σταματά με μία συνειδητοποίηση. Ότι οι φυλακές της παιδικής μας ηλικίας, είναι οι μόνες φυλακές που φτιάχτηκαν για κρατουμένους που δεν διέπραξαν ποτέ κανένα έγκλημα.

Facebook Twitter Google+ LinkedIn