Ο διαγενεακός κύκλος του πένθους

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΙΑΚΩΒΟΣ ΣΙΑΝΟΥΔΗΣ
Ψυχολόγος-Συνθετικός Ψυχοθεραπευτής, Συγγραφέας|

Η Νικολέττα ήρθε στην θεραπεία γιατί αισθανόταν ανικανοποίητη. Μετά από χρόνια προσπαθειών, συνέβη αυτό που τόσο επιθυμούσε, όμως, δεν ένιωσε την ευτυχία που περίμενε! Ο Αποστόλης χώρισε από την σύζυγό του και μπορούσαν να είναι επιτέλους μαζί, αλλά δεν ήταν όπως το είχε φανταστεί… Παρέμενε μελαγχολικός κι ας μην είχε πια δίπλα του μία ελεγκτική γυναίκα, αλλά κάποια που τον καταλάβαινε. Ήταν ελεύθεροι να κάνουν ό,τι ήθελαν, παρόλα αυτά, ο σύντροφός της είχε περισσότερη διάθεση τότε, που δεν μπορούσαν να υλοποιήσουν τα όνειρά τους, παρά τώρα που ο δρόμος ήταν ανοιχτός!

Σταδιακά, ξεκίνησαν εντάσεις μεταξύ τους, στις οποίες η Νικολέττα προσπαθούσε να τον ξυπνήσει, ωστόσο, το μόνο που κατάφερνε ήταν να συναντά όλο και πιο συχνά την «δυσανεξία» του στην ευτυχία. Στο τέλος, μετατράπηκε σε κάποιον εντελώς μίζερο, που διαρκώς τους στερούσε από όποιες προοπτικές μπορούσαν να έχουν, κι η Νικολέττα δυσαρεστημένη όπως κι η μητέρα της στον γάμο της.

Ίσως βέβαια, αυτό να επεδίωκε ασυνείδητα… Είχε αφιερώσει την πιο παραγωγική περίοδο της ζωής της να βοηθά τον Αποστόλη ν’ αντέχει την δική του, και παράλληλα είχε ξοδέψει την ευκαιρία της να ζήσει αυτά τα χρόνια αβασάνιστη. Δεν άντεχε, όμως, να πενθήσει γι’ αυτό και να αναμετρηθεί με μία πραγματικότητα που πήγαινε γενιές πίσω…

Η μητέρα της Νικολέττας ήθελε να χωρίσει, αλλά δεν τα κατάφερε ποτέ. Αυτό τσάκιζε το νεαρό κορίτσι. Ένιωθε ότι ο γάμος των γονιών της, στερούσε την μαμά της απ’ το να είναι η δραστήρια και η συναισθηματικά διαθέσιμη γυναίκα που είχε ανάγκη. Δεν άντεχε να την βλέπει παγιδευμένη. Πιο πολύ, όμως, δεν άντεχε να συνειδητοποιήσει ότι η ευτυχία του προσώπου που θαύμαζε περισσότερο στον κόσμο, εξαρτιόταν μόνο από την ίδια, κι εκείνη την πετούσε στα σκουπίδια!

Μία τέτοια αλήθεια, γκρέμιζε την ιδέα που είχε για εκείνη και την φόβιζε ότι ήταν κι αυτή ίδια∙ εξαρτημένη. Αδύναμη να αναλάβει την ευθύνη που προϋπέθετε η ελευθερία της. Γι’ αυτό έπεισε τον εαυτό της ότι κάποιος άλλος, ο μπαμπάς της, ευθυνόταν γι’ αυτή την κατάσταση (όχι ότι κι αυτός ήταν άμοιρος ευθυνών…).

Μετά από μία σειρά ατελέσφορων δεσμών, ερωτεύτηκε τον Αποστόλη. Έναν παντρεμένο άντρα, επίσης παγιδευμένο στον γάμο του, και παρέμεινε στο πλάι του χρόνια. Παρά το ότι υπέφερε που δεν τον είχε αποκλειστικά, χωρίς να το καταλαβαίνει, μέσα από την σχέση τους, συνέχιζε να εκπληρώνει την παιδική της ευχή και αρνούνταν την επίπονη πραγματικότητα.

Σκοπός της δεν ήταν πρωτίστως να καταλήξουν μαζί, αλλά να τον ελευθερώσει απ’ τα δεσμά του, όπως λαχταρούσε να κάνει με την μαμά της. Γι’ αυτό και όταν ο Αποστόλης χώρισε, η Νικολέττα αντιλήφθηκε ότι αυτό δεν την έκανε όσο ευτυχισμένη νόμιζε… Η μελαγχολία του δεν προερχόταν από τον γάμο του∙ αντιθέτως, ήταν από παλιά στοιχείο του χαρακτήρα του!

…Η γιαγιά της Νικολέττας ήταν παιδί χωρισμένων γονιών. Μεγάλωσε στο περιθώριο αφού η πατρογονική τους οικογένεια τους γύρισε την πλάτη μετά το διαζύγιό της. Όταν έγινε μητέρα, αποφάσισε το παιδί της να μην περάσει ποτέ ό,τι η ίδια. Γι’ αυτό δεν χώριζε, παρά το ότι υπέφερε στον γάμο της. Η κόρη της την παρακαλούσε ν’ αφήσει τον πατέρα της, μα εκείνη απαντούσε: «Δεν τον χώρισα τόσα χρόνια, τώρα θα τον αφήσω;».

Η μητέρα της Νικολέττας, λοιπόν, ανεχόταν μία ίδια «μοίρα» για να προστατεύει την εξιδανίκευση της μαμάς της που δεν είχε να κάνει με τίποτε άλλο πέρα απ’ τον φόβο της να είναι αυτόνομη, και μέσα απ’ αυτό, την αδυναμία της γιαγιάς της να προστατέψει το παιδί της από τα σχόλια της οικογένειάς της (αντιθέτως, δεχόταν την υποτίμηση τους ώστε να τιμωρείται για την ελευθερία της).

…Περισσότερο απ’ το να την καταπιεί η θλίψη της, λοιπόν, η Νικολέττα φοβόταν να ευτυχήσει. Να νιώσει ότι θριαμβεύει εκεί που η μητέρα της -και όλες οι γυναίκες της οικογενείας της πριν απ’ αυτήν- δεν τα κατάφερε, και να αισθανθεί ότι η «νίκη» της ταπείνωνε την μαμά της. Μέσα απ’ τον Αποστόλη, προσπαθούσε ν’ αποφύγει τον φόβο ότι ήταν σαν εκείνη, αλλά και την ενοχή ότι την εγκατέλειπε ζώντας μια διαφορετική ζωή. Ήταν η «χρυσή τομή». Ελεύθερη, μα όχι ελεύθερη.

Παραλίγο να το καταλάβει, την περίοδο που ο σύντροφός της χώριζε, αλλά η ανάγκη της να επιβιώσει η ιδέα της μαμάς της δεν της το επέτρεψε, όπως μικρή δεν της επέτρεπε να ρωτάει για την πικραμένη της διάθεση –άλλωστε, κάθε παιδί καταλαβαίνει σε ποια πράγματα δεν πρέπει να αναφέρεται στο σπίτι…

Με τον καιρό, θυμήθηκε πώς η μητέρα της ερχόταν σε δύσκολη θέση όποτε η Νικολέττα την ρωτούσε για εκείνη και τον μπαμπά της, κι ένιωθε ενοχές που δεν μπορούσε να την βοηθήσει να είναι ευτυχισμένη. Βλέπετε, η ενοχή προσφέρει μια παράδοξη «ανακούφιση» απέναντι στην έλλειψη ελέγχου. Αν κάποιος νιώθει ένοχος για κάτι που θα μπορούσε να κάνει, συνεπάγεται ότι υπήρχε κάτι που μπορούσε να γίνει, και νιώθει λιγότερο αβοήθητος.

Σταδιακά, σταμάτησε ν’ ασχολείται με τα ζητήματα του συντρόφου της στην θεραπεία και ήρθε σ’ επαφή με τα δικά της, που εκκρεμούσαν. Άντεξε να καταλάβει πως ο λόγος που έμενε με τον Αποστόλη, ήταν ότι φοβόταν τόσο πολύ να ξεκινήσει απ’ την αρχή, που συνέχιζε να προχωρά μαζί του κι ας περιοριζόταν. Όπως η μαμά της δίπλα απ’ τον πατέρα της. Τα ανείπωτα συναισθήματα της παιδικής της ηλικίας, που δεν μπόρεσε ποτέ να προσδιορίσει την προέλευσή τους, εισέβαλαν στην προσωπική της ζωή και αναπαράγονταν.

Όσο δεν αντέχουμε να διαπραγματευτούμε το πένθος μας, άλλωστε, αναζητούμε κάποιον περισσότερο πονεμένο και αναλαμβάνουμε τον πόνο του ώστε να γλιτώσουμε τον δικό μας. Ταυτιζόμαστε μαζί του, και στην φαντασία μας, θεωρούμε ότι η δική του ίαση, είναι και δική μας.

Η ικανότητά μας, όμως, να αγαπάμε, και να επενδύουμε στη ζωή, εξαρτάται από την αντοχή μας να αναζητούμε την κρυμμένες μας συναισθηματικές αλήθειες, να ανεχόμαστε τον πόνο τους, και να θρηνούμε ώστε να απελευθερωνόμαστε από αυτές. Μόνο όταν αναλύσουμε την συναισθηματική μας «κληρονομιά» μπορούμε να αποκτήσουμε πραγματικό έλεγχο επάνω στις επιλογές μας. Όσο διστάζουμε ν’ αντικρύσουμε την εσωτερική μας αλήθεια, τόσο καταλήγουμε ξένοι για τον εαυτό μας, και φοβόμαστε την ελευθερία να γνωρίσουμε και να μας γνωρίσουν ως κάτι περισσότερο από αυτό που είδαμε ν’ αποτελούν οι άλλοι για τον εαυτό τους.

Αυτό κάνει η θεραπεία. Αναζητά τα μοτίβα μας, ώστε να γίνουν ορατά, και να καταλάβουμε το νόημά τους. Διαφοροποιεί το παρελθόν απ’ το παρόν και διαχωρίζει εμάς από εκείνους πριν από εμάς που δεν άντεξαν να το κάνουν. Πενθούμε για την απώλεια της ιδέας τους, για το ότι δεν ήταν ποτέ στο χέρι μας η ευτυχία τους, για την έλλειψη της παντοδυναμίας που μας υποσχόταν η ενοχικότητά μας, και για το ότι δεν είμαστε όσο ισχυροί έλεγαν οι προσδοκίες μας.

Αυτή η γνώση πονάει γιατί μας καθιστά ευάλωτους, αλλά μας μαθαίνει και ότι έχουμε όρια και μας ωθεί να συνδεθούμε αυθεντικά με τον κόσμο. Πιο πολύ, όμως, μας απελευθερώνει από το να στενοχωριόμαστε περιμένοντας ότι θ’ αλλάξουν οι άλλοι. Αυτό είναι το πραγματικό πένθος. Μέσα απ’ την διεργασία του δεν κουβαλούμε πια μόνο την απελπισία του παρελθόντος, αλλά και την ελπίδα ενός καλύτερου μέλλοντος. Σε αντίθετη περίπτωση, όταν η ζωή των γονιών μας μένει ανεξέταστη, καταλήγουμε να την ζούμε εμείς.

Facebook Twitter Google+ LinkedIn