Ο ναρκισσισμός & ο εαυτός

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΙΑΚΩΒΟΣ ΣΙΑΝΟΥΔΗΣ
Bsc Ψυχολογίας, Συνθετικός Ψυχοθεραπευτής-Συγγραφέας|

Ολόκληρη η ζωή θα μπορούσε να ειδωθεί σαν ένας αγώνας να διαχειριστούμε το ναρκισσιστικό μας τραύμα. Την απώλεια της κεντρικότητάς μας, δηλαδή, στο σύμπαν που λέγεται μητέρα. Κάτι τέτοιο, φυσικά, είναι αναπόφευκτο, όμως προτού κάποιος χάσει την κεντρική του θέση, θα πρέπει πρώτα να του έχει επιτραπεί να την έχει κατακτήσει. Ακόμα και τότε, όμως, η απώλειά της θα χρειαστεί να είναι μία απώλεια που θα συμβεί τόσο σταδιακά που να μπορεί να αφομοιωθεί από έναν ψυχισμό που ακόμα εξελίσσεται.

196227771_1076023559470180_5031310494802989583_n

Έχω γράψει πολλές φορές για το πώς η μητέρα που λειτουργεί σαν περιβάλλον χρησιμοποιεί την ενσυναίσθησή της ως πυξίδα των αναγκών του βρέφους της. Κατά την αρχική φάση της γέννησης, μητέρα και βρέφος είναι πολύ κοντά σχεδόν όλη την ώρα. Αυτό κάνει τις κοντινές αισθήσεις της μητέρας να είναι σε διαρκή λειτουργία. Η όσφρησή της και το άγγιγμά της διαβάζουν το σώμα του βρέφους της και ενισχύουν την ακρίβεια της κατανόησής της αναφορικά με το τι χρειάζεται. Θαρρεί κανείς ότι ένα βρέφος δεν πεινάει τόσο συχνά μόνο από ανάγκη, αλλά και για να εκπαιδεύσει την μητέρα του στο να το μάθει. Με τον καιρό, καθώς η σχέση των δύο εμπλουτίζεται και εξελίσσεται σε εμπειρίες που αντέχουν μία μεγαλύτερη απόσταση, οι εκφράσεις του προσώπου της και η λεκτική επικοινωνία προοδευτικά αντικαθιστούν τη διαρκή ανάγκη των σωμάτων τους για εγγύτητα και λειτουργούν ως ενσυναισθητική επικύρωση ότι κατανοεί τι χρειάζεται το παιδί της από εκείνη.

Για να αισθανθεί ασφάλεια ένα παιδί, όμως, στο πλευρό ενός ενήλικα, πρέπει πρωτίστως να νιώθει ότι εκείνος από τον οποίο εξαρτάται είναι ιδανικός. Οι σωματικές του ανάγκες, που ακόμα δεν μπορούν να ρυθμιστούν από τον ίδιο, προκαλούν υπέρμετρο άγχος και αποτελούν την πρώτη υποψία ότι η παντοδυναμία που είχε αρχικά υποθέσει, δεν ισχύει. Για να διασώσει το ναρκισσισμό του, ένας νεογέννητος οργανισμός δεν έχει άλλη λύση παρά να τον τοποθετήσει σε κάποιον που μοιάζει ικανότερος, την μητέρα, και ως εκ τούτου, η μητέρα εξιδανικεύεται και χρησιμοποιείται ως η προστάτιδα του ναρκισσισμού αυτού. Σε αυτό το σημείο, μπορούμε να καταλάβουμε κάτι πολύ σημαντικό στην αποστολή του γονιού να μεγαλώσει ένα παιδί. Ένας γονιός χρειάζεται όχι μόνο να κάνει, αλλά και να είναι. Να είναι κάποιος που, όχι μόνο αυτό που προσφέρει, αλλά και αυτό που πρεσβεύει, αποτελείται από μία πρώτη ύλη άξια να εξιδανικευτεί.

Αυτή η εξιδανίκευση έχει καταπραϋντικό χαρακτήρα για το παιδί. Η μητέρα αναλαμβάνει να διαχειριστεί το ψυχικό “μποτιλιάρισμα” που συμβαίνει στο εσωτερικό, λειτουργώντας απ’έξω. Στον βαθμό που κάθε τι ιδανικό έχει προβληθεί σε εκείνη, ένα βρέφος νιώθει άδειο και αδύναμο όταν διαχωρίζεται από το πλευρό της. Για αυτό και προσπαθεί να διατηρεί μία συνεχή σύνδεση μαζί της. Το κλάμα του, δεν αποτελεί μόνο διαμαρτυρία απέναντι στην ανημποριά του, αλλά και κάλεσμα. Μία ελλιπής ανταπόκριση από μεριάς της, οδηγεί σε βαθύ τραυματισμό, αφού το βρέφος απομένει χωρίς την ασπίδα του απέναντι στα άγχη και τις εντάσεις του οι οποίες το κατακλύζουν. Το συναίσθημά του τρέχει αρρύθμιστο. Βλέπουμε καθημερινά γύρω μας που μπορεί να οδηγήσει το τραύμα σε μία τόσο ευαίσθητη περίοδο Η απουσία ενσυναισθητικού συντονισμού στην αρχική φάση της ζωής συχνά εξελίσσεται σε μία καταφυγή του μελλοντικού ενήλικα σε ουσίες που αναλαμβάνουν την ηρεμιστική λειτουργία της μητέρας που «έλλειψε».

Η δουλειά της μητέρας, βέβαια, δεν τελειώνει στον πρώτο χρόνο, αλλά συνεχίζεται και μετέπειτα. Η επόμενη φάση της, η οποία το προετοιμάζει για την απεγκόλπωσή του από εκείνη, είναι σημαντικό να γίνει με όσο το δυνατόν πιο βελούδινο τρόπο. Τα όρια χρειάζεται να αποτελούν ασφαλή τόπο όπου το νήπιο θα συνυπάρξει με τις ενορμήσεις του και όχι μία γραμμή που διαχωρίζει τον νηπιακό εαυτό από τους άλλους ζητώντας του να αποσχίσει κομμάτια της προσωπικότητάς του για να δίνει δεκτός. Αυτό σημαίνει ότι η μητέρα πρέπει να εξηγεί αντί να τιμωρεί. Να είναι ευέλικτη αντί να είναι απόλυτη. Η διαχείριση της ενοχής θα παίξει κεντρικό ρόλο εδώ. Το νήπιο χρειάζεται να καταλάβει ότι δεν ευθύνεται εκείνο για την ματαιωτική όψη της πραγματικότητας. Δεν κατέστρεψε εκείνο τον κόσμο ή τους άλλους μέσα από τις παρατυπίες του και ακόμα περισσότερο «εκείνη» μέσα από την απογοήτευση που την αισθάνεται να νιώθει. Η μητέρα πρέπει να μην απομακρύνεται ή να αποσύρει την αγάπη της όταν δυσαρεστείται. Αυτό δεν σημαίνει ότι μία μητέρα οφείλει να δεχτεί κάθε δυσλειτουργική συμπεριφορά του νηπίου της, αντιθέτως χρειάζεται να απευθύνεται σε αυτές με σταθερό τρόπο, καθώς η υπέρμετρη επιτρεπτικότητα απειλεί εξίσου το αίσθημα ασφάλειας του νηπίου μαζί με τα αισθήματα αυτοεκτίμησής της.

Με τον καιρό, η αυξανόμενη εξοικείωση του νηπίου με τον κόσμο το οδηγεί να αισθανθεί πλέον ότι το εσωτερικό του μπορεί να φιλοξενήσει αυτό που κάποτε εναπόθεσε αλλού. Έτσι, ξεκίνα να διεκδικεί πίσω κομμάτια από το ναρκισσισμό του μέσα από το να ζητά να τραφεί με θαυμασμό. Αφού, λοιπόν, η ανάγκη του να χρειάζεται τους άλλους, έχει καταρρίψει την πεποίθηση ότι «Εγώ είμαι όλα και όλα είμαι εγώ», το βρέφος κάνει μία άλλη συμφωνία με τον κόσμο. Δέχεται ότι μπορεί να μην αποτελεί τα πάντα, αλλά τουλάχιστον θα αποτελεί όλα τα καλά. Κατ’αυτόν τον τρόπο, αποδίδει στον εξωτερικό κόσμο κάθε δυσάρεστη εμπειρία και προστατεύει την εύθραυστη ακόμα εικόνα του. Για να διατηρηθεί, ωστόσο, αυτή η απαραίτητη πεποίθηση χρειάζεται, προοδευτικά, κομμάτια του ναρκισσισμού του να επιστρέφουν σε εκείνο και να λαμβάνει την επιβεβαίωση ότι αξίζει αυτή την επιστροφή. Το παιδί επιβεβαιώνει ότι είναι άξιο μέσα από την λάμψη που βλέπει να κατοπτρίζεται στα μάτια του γονιού (Κοίτα μαμά τι έκανα…).

Σε αυτό, ο γονιός χρειάζεται να είναι διαθέσιμος. Το παιδί «τεντώνει τα χέρια του» να τον φτάσει. Μέσα από αυτή την διαδικασία, θα δημιουργήσει έναν πόλο της φιλοδοξίας που θα του δίνει αυτοπεποίθηση. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο γονιός δεν είναι πια απαραίτητος. Αφού αρχικά έχει αποτελέσει πρότυπο, ο γονιός μετατρέπεται σε ορίζοντας για την ψυχή. Αποθηκεύεται υπό τη μορφή ενός πόλου που εκπροσωπεί τα ιδεώδη του. Η συνύπαρξη του εξιδανικευμένου γονιού και του ναρκισσιστικού εαυτού στο εσωτερικό του παιδιού, διατηρούν μία ισορροπία ζωτικής σημασίας. Ο παντοδύναμος γονέας έχει μετατραπεί στις αξίες και τα ιδανικά που έλκουν τον μελλοντικό ενήλικα προς τα επάνω.

Συνάμα, ο ναρκισσιστικός εαυτός έχει επιβεβαιώσει το μεγαλείο του και έχει εγκαταστήσει μία ισχυρή πεποίθηση του ποιος είναι, η οποία παρέχει την ώθηση να οδεύει προς την επίτευξη των φιλοδοξιών του. Το τέντωμα των χεριών του παιδιού δεν σταματά, λοιπόν, αλλά ωριμάζει. Ο γονιός έχει «ψηλώσει», αλλά και η ικανότητα του παιδιού να τον φτάνει έχει μεγαλώσει επίσης. Αυτή η παράλληλη κίνηση των δύο εσωτερικών πόλων, συντηρεί τόσο την αυτοεκτίμηση του μελλοντικού ενήλικα όσο και φροντίζει να κρατά γειωμένο τον περίσσιο ναρκισσισμό του. Η φράση που περιγράφει αυτό που συμβαίνει εντός είναι «Πάντα υπάρχει κάτι παραπάνω (το ιδεώδες), ωστόσο έχω πάντα τη δυνατότητα να γίνομαι κάτι περισσότερο (φιλοδοξία)».

Εάν κατά την πρώτη διαδικασία, ο γονιός υπονομεύσει αυτή την εξιδανίκευσης, θα δημιουργηθεί μία ασυμμετρία που θα προκαλεί εντάσεις στον ψυχισμό. Η ανταπόκριση στα ιδεώδη θα φαντάζει ανέφικτη. Με λίγα λόγια, ένας γονιός που δεν αποδέχεται την εξιδανίκευσή του, δεν μπορεί έπειτα και να αποεξιδανικευτεί και να ειδωθεί ρεαλιστικότερα. Έτσι, καταλήγει να θυμίζει στον εαυτό πόσο λίγος είναι και ότι οι δυο τους δεν μπορούν να συμβιώνουν κάτω από την ίδια «στέγη». Αντίστοιχα, εάν ο εαυτός αισθάνεται αβέβαιος για τις ικανότητές του, λόγω ελλιπούς αναγνώρισής του από το γονιό, θα αισθάνεται ανίκανος να επιδιώξει τις φιλοδοξίες του, με αποτέλεσμα η ατολμία του να δημιουργεί ντροπή και θυμό. Ο εαυτός πάλι αισθάνεται ελλιπής αφού δίχως το μεγαλειώδες μέρος του, δεν μπορεί να τραφεί, γεγονός που θα τον οδηγεί σε συμπεριφορές επιδειξιομανίας στην ενήλικη ζωή. Το «Κοίτα μαμά τι έκανα» γίνεται «Κοιτάξτε με διαρκώς!», πίσω από το οποίο κρύβονται αισθήματα κατωτερότητας και καταθλιπτικές τάσεις.

Η ισορροπία μεταξύ των πόλων προσφέρει μία υγιή αυτοεκτίμηση, εντός ενός ηθικού πλαισίου. Ακριβώς επειδή με την εσωτερίκευση του εξιδανικευμένου γονιού, εσωτερικεύεται και η αγάπη προς εκείνον, ο ναρκισσιστικός εαυτός έχει αυτή την αγάπη για να τον συγκρατεί από το να αλλοιώνει την αρετή του. Έτσι, δεν θα καταφεύγει σε αξιόμεμπτες πράξεις για να ικανοποιήσει τις φιλοδοξίες του. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο ναρκισσισμός δεν εγκαταλείπεται όταν δημιουργηθεί σχέση με σημαντικούς άλλους, αλλά όταν εγκατασταθεί η αγάπη προς τους άλλους αυτούς.

Η θεραπεία βοηθά σημαντικά αυτή την εγκατάσταση, βοηθώντας κάποιον να μπορεί να ανήκει σε σχέσεις δίχως ντροπή ή υποτίμηση και δίχως την επιτακτική ανάγκη να καθρεφτίζεται διαρκώς σε αυτές. Βοηθά να μετουσιωθούν τα ανεκπλήρωτα ναρκισσιστικά αιτήματα, τα οποία εμφανίζονται σε όλο τους το μεγαλείο στις μετέπειτα σχέσεις, μέσα από μεγάλη εξάρτηση και συνεχή ανάγκη για θαυμασμό, η οποία όταν δεν καλύπτεται, οδηγεί σε οργή ή απόσυρση. Βοηθά το πέρασμα των αναγκών από έξω, μέσα. Περισσότερο απ’ όλα, όμως, βοηθά το πιο σημαντικό κομμάτι των συντροφικών σχέσεων. Να μην είναι αναγκασμένοι δύο άνθρωποι να έχουν στραμμένο το βλέμμα ο ένας στον άλλον για να μην υποφέρει η αυτοεκτίμησή τους, αλλά να μπορούν να το έχουν στραμμένο στην αγάπη που έχουν ο ένας για τον άλλο.

Facebook Twitter Google+ LinkedIn