Ο φόβος του θανάτου

ΓΡΑΦΕΙ Η ΕΡΑΣΜΙΑ ΜΩΡΟΥ
Σύμβουλος ψυχ. υγείας – Ψυχοθεραπεύτρια|

Μας απασχολεί όλους και όλοι λίγο ή πολύ τον φοβόμαστε. Είναι σίγουρο ότι κάποια στιγμή θα έρθει σε όλους μας και ερχόμαστε σχεδόν κάθε μέρα σε επαφή με αυτόν. Γιατί ο θάνατος είναι το τέλος στο μυαλό μας, έτσι και στις βασικές αρχές της ζωής, όταν κάτι τελειώνει και πεθαίνει κάνει χώρο σε κάτι άλλο που ξεκινάει και γεννιέται. Με αυτό ερχόμαστε κάθε μέρα αντιμέτωποι χωρίς να το καταλαβαίνουμε ιδιαίτερα. Αν το πάρουμε από το πιο απλό παράδειγμα, μία μέρα που τελειώνει, είναι κι αυτό ένας θάνατος, γιατί οι στιγμές και τα γεγονότα που έγιναν μέσα σε αυτή τη μέρα τελείωσαν, δεν θα ξαναγίνουν πανομοιότυπα, οπότε κάνουν χώρο στα επόμενα. Ωστόσο, όταν τελειώνει μία μέρα σπάνια θρηνούμε τις στιγμές που είχε και δεν μας φοβίζει και τόσο η σκέψη ότι η μέρα θα τελειώσει. Είμαστε και λίγο επαναπαυμένοι ότι θα έρθει η αυριανή, οπότε χρόνο έχουμε. Ωστόσο, στη σκέψη και μόνο ότι κάποια στιγμή όλο αυτό που ζούμε, το «τώρα» μας, θα τελειώσει όλοι μας λίγο ή πολύ νιώθουμε ένα σφίξιμο στο στομάχι μας και ένα φόβο, γιατί αν και τις παίρνουμε λίγο δεδομένες, οι μέρες και οι στιγμές έως τώρα είναι λίγο γνώριμες, ξέρουμε ότι θα ξυπνήσουμε το πρωί και θα ζήσουμε κι άλλες. Αυτό που μας φοβίζει είναι το αν αλλάξει αυτό, δηλαδή δεν ξυπνήσουμε και δεν έχουμε άλλη ζωή όπως την ξέρουμε, τότε τί γίνεται;

jade-breathe-new-life-sm1

Είναι απόλυτα φυσιολογικό να αισθανόμαστε φόβο στην ιδέα του θανάτου του σώματός μας και αξίζει να δούμε και πως αγγίζει τον καθένα από εμάς ένα τέτοιο θέμα. Γιατί, αν και είναι ένας κοινός φόβος, ο καθένας τον βιώνει διαφορετικά. Κάποιος μπορεί να φοβάται μήπως συμβεί κάποιο ατύχημα ξαφνικά, άλλος μην συμβεί τίποτα στους δικούς του ανθρώπους, άλλος να τρομάζει σε διάφορες εικόνες, όπως ένα σώμα σε αποσύνθεση ή σε εικόνες με αίμα, ή και κάποιος άλλος να έχει πιο υπαρξιακές ανησυχίες, όπως «τι γίνεται μετά τον θάνατο;», «υπάρχει κάτι μετά;». Αν παρατηρήσουμε όμως λίγο πιο προσεκτικά μπροστά από όλες αυτές τις ανησυχίες, εάν βάλουμε τη φράση «τι θα κάνω εάν…» ο διάχυτος αυτός φόβος μοιάζει να παίρνει μία λίγο πιο συγκεκριμένη μορφή. Φοβόμαστε ότι δεν θα ξέρουμε, ούτε πως θα είναι, ούτε τι θα κάνουμε, ούτε πως θα ανταπεξέλθουμε, ούτε αν αλλάζει κάτι ή και τι αλλάζει. Δεν θα ξέρουμε ακριβώς τι μας συμβαίνει, γιατί θα μας συμβεί κάτι που δεν έχουμε βιώσει ξανά.  Μας φοβίζει γιατί παραμένει άγνωστος και δεν μπορούμε να γνωρίζουμε σίγουρα τι γίνεται μετά από αυτόν. Ακόμη και αν ψάχνουμε  έναν σχετικό καθησυχασμό σε αναφορές των θρησκειών ή και σε διάφορες αφηγήσεις ατόμων που είχαν μεταθανάτιες εμπειρίες ή ακόμα και σε διάφορες σχετικές έρευνες, μένει ένα κομμάτι μας που ακόμα δείχνει ανήσυχο στο άκουσμα του θανάτου.

Εάν και ακούγεται αντιφατικό, ο φόβος για τον θάνατο μπορεί να γίνει λίγο πιο συγκεκριμένος μέσα μας εάν τον σκεφτούμε απλά ως ένα φόβο για το άγνωστο, δηλαδή για μία νέα κατάσταση που είναι πρωτόγνωρη για εμάς.  Κάτι που δεν μπορούμε να ελέγξουμε και συνεπώς μας κάνει και νιώθουμε ανασφάλεια. Πόσο δύσκολο μπορεί να μας φαντάζει να αφεθούμε σε κάτι που έχει ήδη αποφασίσει η φύση για εμάς. Αλλά και πόσο δύσκολο μας είναι να εμπιστευτούμε ότι κάποιος άλλος μπορεί να ελέγξει κάτι καλύτερα από εμάς.  Από την άλλη, κάτι τόσο μεγαλειώδες, που στην προσπάθεια και μόνο να το κατανοήσουμε αγανακτούμε, πόσο καθησυχαστικό και βοηθητικό θα ήταν για εμάς να μπορούσαμε να το ελέγχαμε και πόσο χρόνο από τη ζωή μας θα απαιτούσε αυτό;

Επιπλέον, αν το εξετάσουμε και από μια άλλη οπτική πλευρά, μπορεί να φοβόμαστε επειδή δεν το γνωρίζουμε μεν, ωστόσο το άγνωστο δεν είναι πάντοτε κάτι με αρνητική χροιά. Για παράδειγμα, όταν στη ζωή του ανθρώπου ξεκινάει κάτι, είτε αυτό είναι σπουδές, είτε μία νέα εργασία, είτε ακόμα και όταν κάποιος γίνεται γονέας, ή αρχίζει μία νέα σχέση, είναι και αυτά καταστάσεις άγνωστες. Όμως, σε αυτές νιώθουμε ευχάριστα, εδώ το «άγνωστο» συνδέεται με την ίντριγκα, μας ευχαριστεί η διαδικασία του να μάθουμε κάτι καινούριο, να κολυμπήσουμε σε νέα νερά παρόλο που έχουμε και τους ενδοιασμούς μας και αγχωνόμαστε κάπως ακόμα και σε αυτές. Τέτοιες καταστάσεις θα μπορούσαμε να τις κατατάξουμε σαν «αρχές», σαν μικρές γέννες δηλαδή. Όμως πριν από την κάθε μία από αυτές κάτι άλλο τελείωσε για να αρχίσουν, υπήρξε δηλαδή ένας θάνατος. Έγινε λοιπόν μία διαδικασία αλλαγής, μία μετουσίωση της κατάστασής μας. Πόσο πιο ανάλαφρο θα ήταν λοιπόν να σκεφτόμασταν το ίδιο και για τον θάνατο του σώματός μας;

Ένας από τους πιο γνωστούς ψυχίατρους-ψυχοθεραπευτές που έχουν ασχοληθεί με το θέμα του φόβου του θανάτου, είναι ο Irvin Yalom, ο οποίος πολύ εύστοχα είχε αναφέρει πως η ζωή είναι σαν μία λάμψη μεταξύ του σκοταδιού της γέννησης και του σκοταδιού του θανάτου. Εφόσον ούτε για το πριν γεννηθούμε γνωρίζαμε κάτι ούτε μπορούσαμε να το ελέγξουμε, όπως και στον θάνατο, γιατί να μας απασχολεί μόνο το δεύτερο; Μήπως θα ήταν αρκετά πιο βοηθητικό για εμάς να εστιάσουμε στη λάμψη και στις στιγμές που ζούμε, στις μέρες και στον χρόνο που έχουμε και στο πως θα τις αξιοποιήσουμε όσο το δυνατόν καλύτερα αντί για κάτι που έχει ήδη φροντιστεί για εμάς;

Γιατί εν τέλει, μπορεί να μην μπορούμε να ελέγξουμε τον θάνατο ούτε να μάθουμε από πριν κάτι για αυτόν, όμως μπορούμε να ελέγξουμε το που θα εστιάσουμε για να ζήσουμε όσο το δυνατόν πιο ευχάριστα για εμάς. Να αφοσιωθούμε στο πως μπορούμε να το καταφέρουμε και να εκτιμήσουμε λίγο καλύτερα τις μέρες μας, έστω και μία-μία. Άλλωστε ένα είναι τόσο σίγουρο όσο ο θάνατος, ότι η ζωή είναι για να τη ζήσουμε, και αν δεν το κάνουμε τότε είμαστε ήδη νεκροί.

Facebook Twitter Google+ LinkedIn