Πώς γεννιέται η αυτοεκτίμηση;

ΓΡΑΦΕΙ Η ΕΥΗ ΚΑΠΑΣΑΚΑΛΙΔΗ 
Σύμβουλος ψυχ. υγείας- Συνθετική ψυχοθεραπεύτρια|

Ένα μωρό που το περιμένουν οι γονείς του γεμάτη χαρά θα αποκτήσει πολύ πιο ανεπτυγμένη αυτοεκτίμηση από ένα άλλο. Όταν ο γονιός είναι χαμογελαστός και φροντίζει με χαρά το μωρό, είναι σίγουρο ότι χτίζει τις βάσεις που του χρειάζεται για να έχει αργότερα ικανοποιητική αυτοεκτίμηση. Οι επιστήμονες έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι σε πρώιμη ηλικία, όταν δεν υπάρχει ακόμη συνείδηση δεν μπορούμε να μιλήσουμε για αυτοεκτίμηση. Η αυτοεκτίμησή πλάθεται μαζί με τη συνείδησή, αποτελεί συστατικό της. Στα 8 του χρόνια το παιδί έχει πια διαμορφώσει τον ψυχικό του κόσμο και έτσι μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας. Είναι σε θέση να προσδιορίσει τα χαρακτηριστικά του, τόσο τα σωματικά, όσο και εκείνα της ιδιοσυγκρασίας του, και να περιγράψει τα συναισθήματά του. Αντιλαμβάνεται το κομμάτι εκείνο του εαυτού του που εξακολουθεί να παραμένει σταθερό, συνειδητοποιεί ότι είναι ο ίδιος άνθρωπος που βιώνουν διαφορετικές εμπειρίες ζωής. Σιγά-σιγά αρχίζει να σχηματίζεται και η εικόνα των άλλων για εκείνο, εικόνα πάνω στην οποία θα στηριχθεί η μελλοντική του αυτοεκτίμηση. Βέβαια στην πράξη, οι βάσεις έχουν τεθεί πολύ νωρίτερα στην πρώιμη ηλικία, τότε που δεν μπορούσε ακόμη να γίνει αντικείμενο έρευνας. Για αυτό και οι γονείς αντιλαμβάνονται πολύ νωρίτερα τη μελλοντική αυτοεκτίμησή του παιδιού τους.

1212-40-702x459

Το παιδί προσπαθεί να ευχαριστήσει τη μαμά.
Η Μαρία, 9 μηνών, μόλις ανακάλυψε το παιχνίδι που της έφεραν για τα Χριστούγεννα που βγάζει έναν ήχο όταν το πατήσει. Βλέπει τη μητέρα της να γελάει και το επαναλαμβάνει πολλές φορές γελώντας και εκείνη. “Είναι πολύ περήφανη για αυτό που κάνει” λέει η μητέρα της. Μπορούμε αυτό να το θεωρήσουμε ως μία πρώτη εκδήλωση αυτοεκτίμησης; Η Μαρία δεν έχει ακόμα συνείδηση για τις πράξεις της. Όταν ρωτάμε τη μητέρα για την αυτοεκτίμησή των παιδιών της εκείνη απαντά: “Αν έχουν αυτοεκτίμηση τα παιδιά μου; Μα σε αυτή την ηλικία δεν έχουν ακόμη δική τους. Εξαρτώνται από την εκτίμηση που εγώ τους δείχνω”. Για να μπορέσουμε λοιπόν να μιλήσουμε για αυτοεκτίμησή ενός παιδιού θα πρέπει να έχει αποκτήσει πρώτα μία στοιχειώδη αυτονομία απέναντι στους γονείς του.

Τα πρώτα κατορθώματα ενός παιδιού.
Η Ειρήνη, 3 χρόνων, κατάφερε για πρώτη φορά να οδηγήσει μόνη της το περιστρεφόμενο αλογάκι. Μέχρι τότε κοιτούσε τα μεγαλύτερα παιδιά που το έκαναν. Δεν δοκίμασε αμέσως μόνη της και την πρώτη φορά που το έκανε απέτυχε. Τώρα που τα κατάφερε κοιτάζει γεμάτοι περηφάνια τους γονείς, τη μεγαλύτερη αδελφή της και όλους εκείνους που στέκονται και κοιτούν. Όταν παίρνει το εισιτήριο για να ανέβει μόνη της, δεν το χρησιμοποιεί, το φυλάει για να το δείξει στους άλλους σαν έπαθλο. Όταν κατεβαίνει από το αλογάκια, όλοι της λένε «μπράβο». Νιώθει να έχει ανέβει η αυτοεκτίμησή της, όλο το απόγευμα συνεχίζει να έχει καλή διάθεση, έχει αλλάξει η συμπεριφορά της, είναι πιο ήρεμη, πιο κοινωνική με τα άλλα παιδιά, έχει αποκτήσει μεγαλύτερη ανεξαρτησία απέναντι στους γονείς της από ό,τι πριν.

Η αυτοεκτίμησή ενός παιδιού επηρεάζεται πολύ από τα κατορθώματα του, μπορούμε μάλιστα να διακρίνουμε και διαφορετικές βαθμίδες αυτοεκτίμησης: όταν συναρμολογεί με επιτυχία ένα παζλ μέσα στο σπίτι ανεβαίνει το ηθικό του, όταν όμως καταφέρνει κάτι έξω από το σπίτι όπως να κάνει τσουλήθρα από μία ψηλή τσουλήθρα, τότε νιώθει να έχει κατορθώσει κάτι πολύ πιο σπουδαίο. Ακόμη σπουδαιότερο βέβαια είναι να κερδίσει σε ένα αγώνισμα για παράδειγμα στο τρέξιμο είσαι ένα ομαδικό παιχνίδι με άλλα παιδιά.

Το παιδί διεκδικεί τη θέση του.
Μετά τα 3 με 4 χρόνια του το παιδί αρχίζει να ενδιαφέρεται για την αποδοχή του από τους άλλους. Στη διαδικασία αυτή παίζει μεγάλο ρόλο αυτοεκτίμηση. για παράδειγμα η Μαριάννα μόλις έγινε 4 ετών άρχισε να αναρωτιέται αν είναι όμορφη με αυτές τις μπούκλες που είχε (κανένα άλλο παιδάκι στον παιδικό σταθμό δεν είχε μπούκλες) και να ρωτάει διαρκώς τους γονείς της. Την ίδια περίοδο έκλαιγε συχνά γιατί νόμιζε ότι δεν την αγαπούσαν οι φίλες της. Αν και ούτε οι γονείς, ούτε η αδελφή της ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για το ντύσιμό τους, η Μαριάννα στα 3 με 4 χρόνια της περνούσε ώρες ολόκληρες μπροστά στον καθρέφτη λέγοντάς τους άλλους: “Η Αλίκη είπε ότι θα φορέσει σήμερα το καλό της φόρεμα πρέπει λοιπόν και εγώ να είμαι όμορφη”.

Το παιδί κάνει προσπάθειες να αναγνωριστεί η αξία του.
Από μικρή ηλικία αρχίζει να αποζητά την αποδοχή των άλλων. Στην ηλικία των 6 με 7 χρόνων τα παιδιά αρχίζουν να συγκρίνουν τους γονείς τους: “Η μαμά μου είναι πιο όμορφη από τη δική σου”, “Ο πατέρας μου είναι πρώτος”. Στην ηλικία των 8 με 10 χρόνων αρχίζουν οι φαντασιώσεις σχετικά με τους γονείς: “Δεν είναι πραγματικοί μου γονείς. Είμαι κόρη του τάδε…”.

Άλλα παιδιά πάλι παρουσιάζουν από νωρίς πρόβλημα αυτοεκτίμησης. Υπάρχουν παιδιά που νιώθουν ένα αίσθημα κατωτερότητας για τους γονείς τους. Μπορεί να μας φαίνεται ασήμαντο, όμως όπως αφηγείται μία μητέρα, εκείνη κατάλαβε ότι τα παιδιά της είχαν μπει στην εφηβεία, όταν άρχισε να ντρέπονται για εκείνη. Της ζήτησαν να μην περπατάει δίπλα τους, να μην τα πηγαίνει μέχρι την πόρτα του σχολείου και να μην τα φιλά μπροστά στους μαθητές τους. Ήταν βέβαια περισσότερο αντίδραση προς το ρόλο του γονιού παρά προς εκείνη ως άτομο. Μπορεί όμως το πρόβλημα να αποδειχθεί πολύ πιο σοβαρό, όταν ο γονιός έχει κάποιο χαρακτηριστικό που τον κάνει να βρίσκεται σε μειονεκτική θέση. Όπως έλεγε μία θεραπευόμενη, ένιωθε φοβερές τύψεις γιατί είχε φερθεί πολύ άσχημα στη μητέρα της που κούτσαινε. Όταν εκείνη πέθανε, η κόρη πέρασε σοβαρή κρίση κατάθλιψης, γιατί συνειδητοποίησε πόσο άσχημα έχει φερθεί στη μητέρα της, που θα πρέπει να υπέφερε πολύ εξαιτίας της αναπηρίας της.

Η αυτοεκτίμησή ενός παιδιού επηρεάζεται από το σχολείο.
Όταν μιλούν θεραπευόμενοι με εξαιρετικά ευάλωτη αυτοεκτίμηση για την περίοδο εκείνη της ζωής τους, ανακαλύπτουμε, εκ των υστέρων, μνήμες από επώδυνες σκηνές. Μία θεραπευόμενη εξομολογείται:
«Έκανα την πρώτη μου ψυχοθεραπεία όταν ήμουν 7 με 8 χρόνων γιατί αντιμετώπιζα πολλά προβλήματα στο σχολείο. Δεν μου άρεσε το περιβάλλον. Θυμάμαι πολύ έντονα την έναρξη κάθε σχολικής χρονιάς. Ένιωθα τρόμο όταν έβλεπα όλο αυτό το πλήθος των μαθητών. Οι καλοί βαθμοί που έπαιρνα στα μαθήματα δεν αρκούσαν για να νιώθω ασφαλής. Επειδή ήμουν καλή μαθήτρια και ευαίσθητο παιδί, με είχαν κατατάξει στην κατηγορία των «μαμμόθρεφτων γυαλάκηδων» και φυσικά με κορόιδευαν όπως και τα άλλα παιδιά της ίδιας κατηγορίας. Είχα όλα τα κόμπλεξ του κόσμου, θεωρούσα τον εαυτό μου ένα τίποτα. Ότι οι άλλοι δεν ήξεραν πόσο ανάξια ήμουν στην πραγματικότητα. Τις νύχτες είχα οι εφιάλτες, είχα ψυχοσωματικά προβλήματα, διαρκώς πονούσα κάπου, βέβαια όλα αυτά τις Κυριακές που ετοιμαζόμουν για το σχολείο. Δεν τολμούσα να μιλήσω στους γονείς μου, φοβόμουν ότι δεν θα με καταλάβουν. Ένιωθα κατά κάποιο τρόπο οίκτο για αυτούς, τους θεωρούσαν αδύναμους. “

Οι γονείς παίζουν το σημαντικότερο ρόλο στην ανάπτυξη της αυτοεκτίμησης.

Η αυτοεκτίμηση χτίζεται πάνω στη σχέση μας με τους άλλους, ξεκινώντας από τη σχέση με τους γονείς μας. Στα άτομα με χαμηλή αυτοεκτίμηση συναντάμε τις ακόλουθες συμπεριφορές από τους γονείς: Οι γονείς παρά την αγάπη τους, δεν προσπαθούσαν να ενθαρρύνουν το παιδί, να του τονώσουν την αυτοπεποίθηση. “Οι γονείς μου με αγαπούσαν πολύ ποτέ όμως δεν με ενθάρρυναν δεν μου έλεγαν ότι αξίζω“. Το παιδί μπορεί να μην έχει μεγάλες ικανότητες, για παράδειγμα στο σχολείο ή να μην είναι πολύ αγαπητό στα άλλα παιδιά. “Ήμουν πολύ κακός μαθητής”. “Ποτέ δεν ήμουν αγαπητή στα άλλα παιδιά”. “Το πολύ να είχα δύο φίλες το ίδιο μοναχικές με μένα. Δεν ξέρω γιατί, ίσως ήμουν ντροπαλή, ίσως πάλι επειδή φορούσα γυαλιά. Μέχρι σήμερα ακόμη δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι αρέσω σε κάποιον”.

Όταν οι γονείς είναι υπερπροστατευτικοί και δεν αφήνουν το παιδί να αναπτύξει ελεύθερα τις ικανότητές του. “Η μητέρα μου ήταν εξαιρετικά προστατευτική, συνεχώς μου επαναλάμβανε ότι είμαι και θα παραμείνω πάντα το μωρό της, ότι έπρεπε να είμαι συνεχώς δίπλα της αλλιώς θα συνέβαινε κάτι κακό και διάφορα άλλα”.

Οι γονείς χρειάζεται να ακούν με προσοχή το παιδί, κάθε φορά που αμφιβάλλει για τον εαυτό του ή παραπονιέται. Κάθε φορά που οι γονείς συζητούν μαζί του για αυτά που απασχολούν το παιδί και ακούνε με προσοχή τις αμφιβολίες του, το βοηθούν να καλλιεργήσει αυτό που στην ψυχολογία ονομάζουμε “στήριξη από τους άλλους”: μαθαίνει να μοιράζεται τα προβλήματα του με τους άλλους, να δέχεται χρήσιμες πληροφορίες και θετικά συναισθήματα. Εάν οι γονείς έχουν δείξει στο παιδί ότι αξίζει και ότι το δέχονται όπως είναι, εκχωρώντας του κάποια αυτονομία και σεβόμενοι την ιδιωτική του ζωή, εάν έχουν υπάρξει υπρήφανοι για εκείνο και το έχουν κάνει να αισθανθεί ότι αξίζει την αγάπη τους χωρίς να νιώθει υποχρεωμένο ή ένοχο, τότε θα του είναι αρκετά εύκολο να συνειδητοποιήσει πως, ναι, έχει μια αξία. Το πρώτο πράγμα που μπορεί να κάνεις κάποιος που θέλει να μάθει την τέχνη της αυτοεκτίμησης, είναι να αποκτήσει την εμπειρία ότι είναι πολύτιμος, αποδεκτός, αυτόνομος, ότι τον σέβονται, ότι είναι υπερήφανος και αξίζει μέσα στο ίδιο του το σπίτι.  Τέλος, το ψυχολογικό απόθεμα από το οποίο το νήπιο αντλεί αυτεκτίμηση, είναι η συνισταμένη όλων των δράσεων, αντιδράσεων και αλληλεπιδράσεων μεταξύ των προσώπων που νοιάζονται γι’ αυτό το παιδί.

Facebook Twitter Google+ LinkedIn