Πώς να βοηθήσω το παιδί μου που βιώνει σχολικό εκφοβισμό;

ΓΡΑΦΕΙ Η ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΑΡΒΑΝΙΤΗ, MSc
Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια|

Η ενδοσχολική βία (bullying) είναι μια κατάσταση κατά την οποία ασκείται εσκεμμένη, απρόκλητη, συστηματική και επιθετική συμπεριφορά που έχει ως σκοπό να επιβάλει, να καταδυναστεύσει και να προκαλέσει σωματικό και ψυχικό πόνο σε συγκεκριμένους μαθητές από τους συμμαθητές τους, εντός αλλά και εκτός του σχολικού περιβάλλοντος. Οι μορφές που μπορεί να πάρει η ενδοσχολική βία είναι η λεκτική, η ηλεκτρονική, η σωματική, η σεξουαλική και η ψυχολογική.

header-T-BULLY-620x420-c-1

Για να καταλάβουμε ακριβώς τι σημαίνει ο όρος «bullying», χρειάζεται να εξηγήσουμε πρώτα τις συμπεριφορές που εκδηλώνονται από τα άτομα που ασκούν ενδοσχολική βία (θύτες), από τα άτομα που τη βιώνουν (θύματα) κι από τα άτομα που αποτελούν τους παρατηρητές του φαινομένου αυτού.

Πιο συγκεκριμένα, από την πλευρά του παιδιού που ασκεί bullying, η βία αποτελεί ένδειξη δύναμης και υπεροχής για αυτό. Έχει αυταρχική και αρχηγική συμπεριφορά, είναι παρορμητικό, αντιδραστικό και αντικοινωνικό. Αντλεί ευχαρίστηση και ικανοποίηση όταν κακομεταχειρίζεται τους άλλους και δικαιολογεί τις ενέργειες του λέγοντας πως τον προκάλεσε το θύμα. Είναι άτομο με αρκετές ανασφάλειες γι’ αυτό και επιζητά την προσοχή. Αδιαφορεί για το θύμα και έχει χαμηλή ενσυναίσθηση. Παραβαίνει τους σχολικούς κανόνες, δεν έχει υψηλές επιδόσεις στο σχολείο και εμπλέκεται σε καβγάδες τόσο με συνομήλικους όσο και με ενήλικες.

Στη μετέπειτα ζωή του οι συνέπειες αυτής της παραβατικής συμπεριφοράς εντοπίζονται τόσο στον ψυχισμό του όσο και στην κοινωνική λειτουργικότητα του. Παρουσιάζονται δυσκολίες στην κοινωνική ενσωμάτωση ενώ, παράλληλα, εμποδίζεται η δημιουργία εποικοδομητικών σχέσεων. Χωρίς να το καταλαβαίνει και νομίζοντας ότι είναι ανώτερος από όλους και ότι πράττει σωστά, παγιδεύεται στον εγωισμό του, στην ανωριμότητα του και στην αδιαφορία του για τις άσχημες πράξεις του. Τέλος, σύμφωνα με έρευνες για τον θύτη, κατά την ενήλικη ζωή του, υπάρχει αυξημένη πιθανότητα για χρήση ουσιών και κατάχρηση αλκοόλ.

Όσον αφορά τα θύματα, κύριο στοιχείο της θυματοποίησης των μαθητών στις περισσότερες περιπτώσεις αποτελεί η διαφορετικότητα. Παιδιά άλλης εθνικότητας, θρησκείας, με κάποια αναπηρία ακόμη και οι καλοί μαθητές. Πρόκειται συνήθως για παιδιά εσωστρεφή, ντροπαλά, ευαίσθητα, με λίγους φίλους, με χαμηλή αυτοεκτίμηση και με δυσκολία να υπερασπιστούν τον εαυτό τους και τα δικαιώματα τους. Έχουν παθητική στάση απέναντι στη βία κι υποχωρούν σε δύσκολες καταστάσεις. Τα θύματα σπάνια υπερασπίζονται τον εαυτό τους ή αντεπιτίθενται.  Παρόλο που αναστατώνονται, εκδηλώνουν συνήθως την αναστάτωση με απόσυρση και απομόνωση ή θυμό.

Ενδείξεις ότι το παιδί έχει πέσει θύμα σχολικού εκφοβισμού

  1. Το παιδί αρνείται να πάει στο σχολείο ή να συμμετάσχει σε σχολικές δραστηριότητες με πρόσχημα κάποια αδιαθεσία. Σε μεγαλύτερες ηλικίες κάνει αδικαιολόγητες απουσίες.
  2. Παρουσιάζει απροσδόκητη μείωση της σχολικής του επίδοσης.
  3. Στα διαλείμματα περνά το χρόνο του κοντά στους
     εκπαιδευτικούς και στα γραφεία.
  4. Έχει συχνά σημάδια στο σώμα του και σχισμένα ρούχα.
  5. Ζητά χρήματα από τους γονείς του με το πρόσχημα ότι έχασε αυτά που του
    έδωσαν.
  6. Παρουσιάζει ξαφνικές και συχνές διακυμάνσεις στη διάθεσή του.
  7. Σταδιακά απομονώνεται πολλές ώρες στο δωμάτιό του και δείχνει αφηρημένο.
  8. Έχει σφιγμένους τους ώμους, καμπουριάζει όσο γίνεται περισσότερο καλύπτοντας διακριτικά το κεφάλι του και δεν υψώνει το βλέμμα του όταν περπατάει.

Αναφορικά με τις ψυχολογικές επιπτώσεις στα παιδιά που θυματοποιούνται, αυτές ποικίλλουν και αφορούν συμπτώματα άγχους και ανασφάλειας, χαμηλή αυτοεκτίμηση και μειωμένη αυτοπεποίθηση, αίσθημα κατωτερότητας, αρνητικό εσωτερικό διάλογο και αρνητική αυτοκριτική. Όλα αυτά τα στοιχεία διαμορφώνουν τον τρόπο που καλούνται τα παιδιά αυτά να αντιμετωπίσουν τις καταστάσεις που προκύπτουν στην ενήλικη ζωή.

Σχετικά με τους μάρτυρες του φαινομένου, κάποιοι υποστηρίζουν τον θύτη με  χειροκροτήματα και γέλια. Κάποιοι άλλοι απομακρύνονται υποκρινόμενοι ότι δεν είδαν τίποτα. Άλλοι τρομοκρατούνται, άλλοι δεν παίρνουν θέση και παραμένουν αδρανείς. Το συναίσθημα που κυριαρχεί σ’ αυτά τα παιδιά είναι ο φόβος μήπως αποτελέσουν οι ίδιοι τον επόμενο στόχο, με αποτέλεσμα να παραμένουν απλοί παρατηρητές. Νιώθουν ενοχές που δεν βοηθούν τα θύμα αλλά η ανασφάλεια που βιώνουν μέσα στο σχολικό τους περιβάλλον τα κάνει να σιωπούν. Η αδράνεια όμως αυτή, ο φόβος και η άρνηση βοήθειας στο συνάνθρωπο είναι χαρακτηριστικά που μπορεί να μας ακολουθούν και στην ενήλικη ζωή μας. Τέλος, κάποιοι από τους μάρτυρες προσπαθούν να βοηθήσουν το θύμα, αποδοκιμάζουν τον θύτη και σπεύδουν να φέρουν βοήθεια.

Τρόποι αντιμετώπισης

Για να βοηθήσουμε τα παιδιά που βιώνουν ενδοσχολική βία είναι σημαντικό, αρχικά, να δώσουμε έμφαση στην επικοινωνία με τα παιδιά αυτά. Η οικογένεια πρέπει να βοηθά τα παιδιά να εκμυστηρευτούν τις ανησυχίες και τα προβλήματα τους. Η εδραίωση ενός κλίματος εμπιστοσύνης, ότι μπορούν δηλαδή να πουν ό, τι θέλουν και ότι οι γονείς τους είναι εκεί να τα ακούσουν, να τα βοηθήσουν αλλά και να σεβαστούν τις επιθυμίες και τις ανάγκες τους θα συμβάλλει στο να εξωτερικεύσουν τα παιδιά όσα νιώθουν. Επίσης, η οικογένεια λειτουργεί ως πρότυπο για τα παιδιά. Αυτό συνεπάγεται μίμηση συμπεριφορών, που με τη σειρά της οδηγεί πολλά παιδιά στη θυματοποίηση ή στην άσκηση βίας. Τα παιδιά χρειάζεται να αναπτύξουν την ανθεκτικότητα, τη διαλλακτικότητα, να μάθουν να θέτουν όρια και να σέβονται τα όρια των άλλων. Επιπλέον, οι υπερβολικές στερήσεις και οι συνεχείς απαγορεύσεις, η έλλειψη ορίων, οι υπερπροστατευτικότητα και η παραμέληση ή η απόρριψη από τους γονείς πρέπει να αποφεύγονται. Τα παιδιά χρειάζονται ισορροπία, ένα στήριγμα και ένα πρότυπο. Από την άλλη πλευρά, το σχολικό περιβάλλον πρέπει να βοηθά τους γονείς σ’ αυτό το έργο, να βρίσκεται δίπλα στα παιδιά, να κάνει δραστηριότητες που βοηθούν στην εξάλειψη του φαινομένου και να εφαρμόζει το νομοθετικό πλαίσιο για περιστατικά ενδοσχολικής βίας.

Facebook Twitter Google+ LinkedIn