Τα 22 σκουλαρίκια (Η ιστορία της Μαρίας)

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΙΑΚΩΒΟΣ ΣΙΑΝΟΥΔΗΣ
Ψυχολόγος-Συνθετικός Ψυχοθεραπευτής, Συγγραφέας|

«Πώς σου φαίνεται; Είναι καινούριο! Αυτό είναι το δέκατο όγδοο!»

…Είπε δείχνοντας το καινούριο της σκουλαρίκι. Ήταν η 18η τρύπα που άνοιγε στο αφτί της και ήταν κατενθουσιασμένη….

«Έκανες κι άλλη, βλέπω;»

«Ναι! Έχω λίγο χώρο ακόμα να γεμίσω, δεν αντέχω τα κενά! Αλλά υπόσχομαι να σταματήσω στις 22!»

«Πώς και στις 22;»

«Μου αρέσει που είναι συμμετρικό νούμερο και, πάνω απ’ όλα, ζυγός αριθμός»

«Και, τι σου αρέσει στους ζυγούς αριθμούς;»

«Ότι δεν είναι μόνοι!»

Η Μαρία ήταν εξαιρετικός άνθρωπος. Τόσο εξαιρετικός που σ’ έκανε ν’ αναρωτιέσαι γιατί ήταν μόνη. Όπως οι αριθμοί που δεν της αρέσουν.

«Βέβαια, θέλει φροντίδα για άλλες 3 εβδομάδες, ώστε να μην μολυνθεί η περιοχή, αλλά αξίζει τον κόπο! Γνωρίζεις πώς γίνεται η διαδικασία;»

«Για να είμαι ειλικρινής, όχι. Θέλεις να μου πεις;»

«Ναι! Αφού σου απολυμάνουν την περιοχή, μαρκάρουν το σημείο που θέλεις την τρύπα με ένα στυλό. Έπειτα, περνούν μία βελόνα από την μία πλευρά του αφτιού και όταν βγει απ’ την άλλη, της κόβουν την άκρη, μετατρέποντάς την επί της ουσίας σε σωλήνα. Ε, στο άνοιγμα του σωλήνα, εφαρμόζουν τη βάση του σκουλαρικιού και τραβάνε την βελόνα πίσω! Έτσι, μένει η βάση στο αφτί και τέλος τοποθετείται το κούμπωμα! Το ‘χεις;»

Είπε αρκετά για να το σχηματίσω. Μία βελόνα που τρυπούσε το δέρμα… μετά μία σωλήνα που είχε κάτι επάνω… έπειτα τοποθετούνταν το σκουλαρίκι και η βελόνα έβγαινε. Ή, κάπως έτσι. Έφτιαξα την εικόνα στο μυαλό μου, όμως, ο χαρακτηρισμός που είχε κάνει αμέσως πριν για τους ζυγούς αριθμούς, ότι δεν είναι μόνοι, έσπρωξε την φαντασία μου παραπέρα… Η λέξη «σωλήνα» και η βελόνα που παρείσδυε και άφηνε κάτι μέσα της, μ’ έκαναν να σκεφτώ τη διαδικασία της εξωσωματικής γονιμοποίησης. Η όλη κατάσταση θύμιζε μία βλαστοκύστη που εμφυτευόταν μέσω του ειδικού σιφωνίου που έχουν οι εμβρυολόγοι.

Αυτό ονομάζεται ονειροπόληση. Είναι όταν η αφήγηση ενός θεραπευόμενου χρησιμοποιεί τα «υλικά» της φαντασίας σου και δημιουργεί μία εικόνα μέσα σου που περιγράφει κάτι για εκείνον. Αποτελεί την απόδειξη ότι έχετε ταυτιστεί σε κάποιο επίπεδο και κάτι έχει «μεταδοθεί» από τον έναν στον άλλον. Το κακό με την ονειροπόληση είναι πως όταν συνέρχεσαι από αυτή, είναι σαν να ξυπνάς από όνειρο. Πρέπει να παλέψεις για να κρατήσεις στο νου αυτό που είδες προτού ξεθωριάσει.

Η ονειροπόληση είναι ίσως η ανώτερη μορφή ενσυναίσθησης. Αν καταφέρεις, φυσικά, να την αποκωδικοποιήσεις… Γιατί σκεφτόμουν κάτι τέτοιο, λοιπόν; Τί σχέση είχε στο εδώ και τώρα μας; Ανέτρεξα στο τί συζητούσαμε τον τελευταίο καιρό για να βοηθηθώ. Μου μιλούσε για την δουλειά και την σχέση με τον προϊστάμενό της, τον οποίον απεχθανόταν – με το δίκιο της εδώ που τα λέμε. Η σχέση με την προϊστάμενό της. Η σχέση μαζί του. Η μόνη σχέση που είχε με κάποιον άνδρα τα τελευταία χρόνια. Μόνη σχέση, όπως οι μονοί αριθμοί. Όπως ίσως ένιωθε κι η Μαρία με τα 22 σκουλαρίκια της.

«Μαρία, που βρισκόσουν στα 22 σου;»

Η ερώτηση την ξάφνιασε.

«Στον Βόλο, γιατί ρωτάς;»

«Μάλλον, δεν διατύπωσα σωστά την ερώτηση… Εννοώ, σε τι σελίδα της ζωής σου βρισκόσουν»

«Σε καλή… Μόλις είχα τελειώσει το πανεπιστήμιο…»

«Είχε κάποιο ιδιαίτερο νόημα για σένα εκείνη η ηλικία;»

«Δεν νομίζω…»

Εδώ είναι η στιγμή που χρειάζεται να εμπιστευτείς όχι μόνο την ονειροπόλησή σου, αλλά και την βασικότερη αρχή της ψυχανάλυσης∙ όλα όσα λέγονται έχουν ένα νόημα που περιμένει κρυμμένο σε κοινή θέα να το ανακαλύψεις, αλλά εγώ είχα επικεντρωθεί τόσο πολύ σε αυτά που είχα ήδη συνδυάσει, που επέμενα ότι είναι αρκετά ώστε να συμπληρώσουν τα κενά στον συλλογισμό μου. Μισό λεπτό, όμως… Τι έκανα; Προσπαθούσα να γεμίσω ένα κενό με το ζόρι και δεν έβλεπα ότι και η Μαρία προσπαθούσε να κάνει το ίδιο με τα αφτιά της (…Έχω λίγο χώρο ακόμα να γεμίσω, δεν αντέχω τα κενά! Αλλά υπόσχομαι να σταματήσω στις 22…)

«Μαρία, ποιο κενό είχες αποφασίσει ότι θα έκλεινες στα 22 σου;»

Η Μαρία σάστισε

«Δεν ξέρω… αλλά για κάποιο λόγο μου ήρθε στο μυαλό ένα παιχνίδι που παίζαμε με τις φίλες μου όταν ήμουν μικρή…»

«Τί παιχνίδι;»

«Να… Ήταν αυτό που, αν θυμάσαι, διπλώναμε και ξαναδιπλώναμε ένα τετράγωνο χαρτί, γράφαμε πάνω νούμερα, κάναμε μια ερώτηση και ανάλογα με τις συλλαβές της ερώτησης έπαιρνες μια απάντηση… Το θυμάσαι; Λεγόταν χάρτινη αλατιέρα!»

«Νομίζω πως ναι… Τί ρωτούσες το χαρτί;»

Ο ενθουσιασμός με τον οποίο περιέγραφε το παιχνίδι, εξαφανίστηκε, και η αναπνοή της έγινε πιο αργή. Είχε επιστρέψει στο παρόν.

«Πότε θα παντρευτώ…»

«Και τι απάντηση έπαιρνες;»

«Στα 22…»

Στα 44 της, η Μαρία, διευθύνων σύμβουλος σε μία από τις μεγαλύτερες ναυτιλιακές εταιρίες, βρισκόταν απέναντί μου και ξεκινούσε την σημαντικότερη συζήτηση της ζωής της.

«Στην πραγματικότητα, ο γάμος δεν ήταν σημαντικός για μένα… Νομίζω ότι κατά βάθος ευχόμουν κάτι τέτοιο γιατί ονειρευόμουν να κάνω οικογένεια»

«Ήθελες οικογένεια;»

«Ναι»

«Και τί απέγινε αυτή η επιθυμία μέσα στα χρόνια;»

«Μάλλον χάθηκε. Είναι από τα πράγματα που έχω μετανιώσει που δεν έκανα…»

«Υπάρχουν κι άλλα για τα οποία έχεις μετανιώσει, δηλαδή;»

«Ναι…»

«Πες μου, σε παρακαλώ»

«Πριν από 3 χρόνια ξεκίνησα κατάψυξη ωαρίων, αλλά την σταμάτησα…»

«Τί σ’ έκανε να την σταματήσεις;»

«Ο φόβος μου μάλλον…»

«Τί φοβόσουν;»

«Να μεγαλώσω ένα παιδί μόνη μου»

Η Μαρία γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Βόλο με τον μικρότερο αδελφό της. Ο πατέρας της ήταν σκληρός άνθρωπος. Δεν δίσταζε να ασκεί σωματική βία όποτε τα παιδιά του δεν συμμορφώνονταν. Η μητέρα τους έμπαινε στην μέση, αλλά δεν τον σταματούσε τίποτα. Η Μαρία τον μισούσε σαν παιδί. Πέθανε στην αρχή της εφηβείας της από ανακοπή και τότε ξεκίνησαν άλλου είδους προβλήματα…

Ένα παιδί ξέρει πότε έχει μισήσει τον γονιό του. Πότε, πάνω στην απελπισία του, έχει προσβλέψει στον θάνατό του. Όταν αυτό συμβαίνει στ’ αλήθεια, λοιπόν, το παιδί αισθάνεται υπεύθυνο, σαν να το έχει προκαλέσει με τη φαντασία του, και γεμίζει ενοχές. Γι’ αυτό είναι σημαντική η αγάπη. Λειτουργεί ως αντίλογος στις ενοχές και το σώζει από την καταδίκη. Η αγάπη, όμως, χρειάζεται προσπάθεια για να υπερισχύσει. Απαιτεί υπομονή και επαναλαμβανόμενες εμπειρίες στοργής. Αντιθέτως, το μίσος χρειάζεται μόνο ένα πράγμα. Να κάνεις το παιδί σου να αισθανθεί αδύναμο εξαιτίας της αγάπης του για σένα, και η Μαρία είχε νιώσει αδύναμη πολλές φορές.

«Τί σε φόβιζε σ’ αυτό; Στο να μεγαλώσεις ένα παιδί μόνη σου;»

«Δεν είμαι σίγουρη… Δεν μπορώ να πω ότι είναι η ευθύνη…»

Ό,τι ακολουθεί, όμως, ενός «Δεν νομίζω ότι…», ενός «Δεν θα ‘λεγα πως…» ή ενός «Δεν μπορώ να πω…» είναι ο τρόπος του ασυνειδήτου να πει αυτό που δεν του επιτρέπεται χωρίς να γίνει αντιληπτό. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να εναλλάσσεται η προσοχή μας κατά την αφήγηση, άλλοτε εστιάζοντας στο «πώς» λέει κάτι ο θεραπευόμενος και άλλοτε στο «τί» λέει.

«Και γιατί σου απαγορεύεις να το πεις;»

«Τί εννοείς;»

«Ποιος είναι ο λόγος που δεν μπορείς να πεις ότι ίσως φοβόσουν την ευθύνη;»

«Δεν φοβάμαι τις ευθύνες εγώ! Στο κάτω – κάτω, διαχειρίζομαι τόσο κόσμο καθημερινά!»

Απάντησε θυμωμένα, τονίζοντας το εγώ σαν να ήθελε να διαχωρίσει τον εαυτό της.

«Τότε, ποιος τις φοβάται;»

Η φόρα της κόπηκε απότομα. Ακούμπησε ξανά στην πλάτη της πολυθρόνας και ξεκίνησε να μιλάει για όσα ακολούθησαν την απώλεια του μπαμπά της. Η μητέρα της δεν μπορούσε να διαχειριστεί το άγχος του ρόλου της, και έτσι ανέθεσε στην Μαρία την πλήρη φροντίδα του μικρότερου αδελφού της.

«Πώς ήταν για σένα όλα αυτά;»

«Δεν είχα χρόνο να σκεφτώ ούτε πως ένιωθα…»

«Κι αν το σκεφτείς τώρα;»

«Θυμωμένη, κυρίως»

«Με τι ήσουν θυμωμένη;»

«Με όλα αυτά που έπρεπε να διαχειριστώ! Πήγαινα απ’ το σχολείο, στο φροντιστήριο, και έπειτα διάβαζα τον αδελφό μου… Κάποιες φορές δεν είχα χρόνο ούτε να φάω, άλλες το ξεχνούσα… Τα περισσότερα βράδια κοιμόμουν πάνω απ’ τα βιβλία!»

«Τί τον έκανες αυτό τον θυμό τότε;»

«Πράγματα για τα οποία δεν είμαι περήφανη…»

«Όπως;»

«Δεν φερόμουν καλά στον Διονύση…»

«Δηλαδή;»

Τα μάτια της υγράνθηκαν

«Τον χτυπούσα…»

*****

Στην επόμενη συνεδρία, ήταν ακόμα μουδιασμένη από όσα είχε ακούσει τον εαυτό της να λέει. Μιλήσαμε αρκετή ώρα πάνω σ’ αυτά. Έχανε την ψυχραιμία της όποτε ο αδελφός της δεν διάβαζε και ξεσπούσε πάνω του. Ήταν θυμωμένη που εκείνη ήταν υποχρεωμένη να μεγαλώσει ξαφνικά και εξέτρεπε αυτό τον θυμό στον Διονύση. Νόμιζε ότι αν επιβαλλόταν στο σύμβολο της χαμένης της παιδικότητας, τον αδελφό της, η κατάσταση δεν θα την επηρέαζε πια. Το μόνο που κατάφερε, βέβαια, ήταν να καταστρέψει τις σχέσεις μαζί του.

«Απορώ πώς το έκανα… Λες και δεν είχαμε φάει αρκετό ξύλο κι οι δύο από τον πατέρα μας…»

«Τον σκεφτόσουν ποτέ;»

«Συνεχώς. Είναι παράξενο πως γίνεται να έχεις υποφέρει από κάποιον και παρόλα αυτά να σου λείπει…»

«Είναι. Αλλά, δεν μπορούμε να διαλέξουμε το πως νιώθουμε…»

«Εκείνος λες να ένιωθε κάτι για εμάς;»

«Εσύ τι λες;»

«Λέω ότι δεν τον ένοιαζαν ούτε εμείς, ούτε τα συναισθήματά μας… Ξέρεις τι έκανε μία φορά;»

«Πες μου»

«Είχε έρθει να με πάρει από το σχολείο χωρίς να το ξέρω. Όλα τα παιδιά ήταν έξω και μάλλον έψαχνε ώρα να με βρει… Εγώ, όμως, ήμουν στην πίσω πλευρά του κτηρίου με ένα αγόρι που μου άρεσε…»

«Και;»

«Με είδε να φιλιέμαι μαζί του και έκανε σαν τρελός. Άρχισε να φωνάζει και με έσυρε απ’ τα μαλλιά στο αυτοκίνητο μέσα απ’ το προαύλιο, μπροστά σε όλους…»

Ακολουθεί η πιο κοινότοπη ερώτηση – με την πιο προφανή απάντηση πολλές φορές – αλλά και η πιο σημαντική. Ο θεραπευόμενος πρέπει να βάλει σε λόγια τα συναισθήματά του. Αυτό είναι κάτι που μαθαίνουμε από την πρώτη μέρα που εγκαταλείπουμε την ενδομήτρια ζωή. Αυτό που νιώθουμε, από εδώ και πέρα, πρέπει να το λέμε αν θέλουμε να το κατανοήσουμε. Όταν ένα νεογέννητο αισθάνεται πρώτη φορά την αίσθηση της πείνας, καταλαβαίνει και ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να την ικανοποιήσει. Μπορεί απλώς να κλάψει για να αποφορτίσει την ένταση με την οποία την βιώνει.

Εκεί εμφανίζεται η μάνα και βάζει σε λέξεις αυτό που νιώθει, «πεινάει το παιδί!» λέει, οι οποίες έπειτα μετατρέπονται σε πράξεις φροντίδας. Από την ματαίωση, περνάμε στην ικανοποίηση. Κι έτσι μαθαίνουμε ότι οι λέξεις δεν βοηθούν μόνο στην επικοινωνία, αλλά όταν περνούν μέσα από κάποιον άλλο, όταν έχουμε έναν συναισθηματικό μάρτυρα στη ζωή μας, μάς ξανασυνδέουν με κομμάτια του εαυτού μας τα οποία έχουμε αποκηρύξει λόγω της αγωνίας που μας προκαλούν. Και η Μαρία έπρεπε απεγνωσμένα να συνδεθεί με όσα είχε θάψει μέσα της…

«Πώς είχες νιώσει;»

«Ήθελα ν’ ανοίξει η γη να με καταπιεί απ’ την ντροπή μου! Έκλαιγα… φώναζα… μετά έκλαιγα ξανά… Τον καταριόμουν! Του είπα ότι τον σιχαίνομαι και ότι δεν θέλω να τον ξαναδώ!»

«Τι ακολούθησε;»

Η Μαρία άρχισε να κλαίει σπαραχτικά

«Του είπα ότι ευχόμουν να πεθάνει!»

Δύο ημέρες μετά, ο πατέρας της πέθανε.

*****

Η επόμενη συνεδρία ξεκίνησε με μία δική της ερώτηση.

«Πιστεύεις ότι φταίω εγώ γι’ αυτό που έγινε;»

Μιλήσαμε για την σχέση με τον μπαμπά της. Όλη της την ζωή, ένιωθε θυμό για το πώς κατέστρεφε τα πάντα με τα ξεσπάσματά του, μέχρι που πέθανε και αισθάνθηκε ένοχη για όλα, μέχρι και για το ξύλο που έτρωγε. Τόσο ένοχη, που ταυτίστηκε μαζί του και έκανε το ίδιο στον Διονύση. Όταν ήρθε η ώρα, μπήκε κι αυτό σε λόγια.

«Ίσως, αρχικά, ένιωσες ένοχη για τον θάνατο του μπαμπά σου, αλλά τελικά, ίσως ένιωσες περισσότερο ένοχη για την δύναμη της δικής σου καταστροφικότητας. Αυτή που στην φαντασία σου είναι ικανή να σκοτώσει κάποιον, και στην πραγματικότητα να σου στερήσει την σχέση με τον αδελφό σου…»

Γι’ αυτό δεν ήθελε να μεγαλώσει ένα παιδί μόνη της. Γι’ αυτό σταμάτησε την κατάψυξη ωαρίων. Φοβόταν ότι δεν θα είχε υπομονή και θα του φερόταν όπως στον αδελφό της.

*****

Όταν χώνεψε τα παραπάνω, αναρωτήθηκε αυτό που ήταν φυσικό και επόμενο…

«Αν φοβόμουν να μεγαλώσω ένα παιδί μόνη μου, γιατί δεν έμεινα με κάποιον όλα αυτά τα χρόνια να το μεγαλώσουμε μαζί;»

Θυμήθηκα όσα είχαμε συζητήσει μέχρι τώρα… Ίσως η απάντηση βρισκόταν στην ανάμειξη της μητέρας της, η οποία δεν ενέκρινε σχεδόν καμία ερωτική σχέση της Μαρίας, ίσως στην ίδια και μία βαθύτερη ενοχή να ξεπεράσει σε ευτυχία την μαμά της, ή ίσως «ανάμεσά» τους επειδή στην φαντασία της συνέχιζε να υπηρετεί τον ρόλο του συντρόφου που ανέλαβε μετά τον θάνατο του πατέρα της. Αυτή, όμως, ήταν μία αλήθεια που δεν είχαμε ακόμα ανακαλύψει και αν την ενδιέφερε η απάντηση, έπρεπε να θυμάται πώς την κατείχε η ίδια και όχι κάποιος άλλος…

Facebook Twitter Google+ LinkedIn