Της αξίας η διαπραγμάτευση

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΙΑΚΩΒΟΣ ΣΙΑΝΟΥΔΗΣ
Bsc Ψυχολογίας, Συνθετικός Ψυχοθεραπευτής-Συγγραφέας|

Εάν υπάρχει μία ατόφια ανάγκη της ψυχής, είναι η ανάγκη για σύνδεση, η ανάγκη για αγάπη. Είναι παρούσα από τη στιγμή που γεννιόμαστε και παραμένει να μας συντροφεύει για το υπόλοιπο της ζωής μας. Η ανάγκη αυτή, όμως, χρειάζεται να πατάει επάνω σε κάτι πολύ σταθερό για να μπορεί να με στηρίξει. Την εκτίμηση εκείνου που τη δίνει και εκείνου που τη δέχεται.

il_570xN.1657419835_hb52

Πολλές φορές το ακούω από εκείνους που συζητώ. Δεν εκτιμώ τον εαυτό μου. Κι ακόμα κι αν δεν ακούν οι ίδιοι τη σημασία αυτού που λένε, το εισπράττουν από τις επιλογές τους. Καταλήγει να έχει ξεκινήσει πολύ νωρίτερα από ο,τι το αναζητεί κανείς. Στα παιδικά χρόνια. Πολλοί απορούν ακόμα κι όταν το συνειδητοποιούν. Αισθάνονται άβολα ή προσπαθούν να το αποδώσουν κάπου λιγότερο απειλητικά. Κάπου περισσότερο πρόσφατα. Επιμένουν ότι έχουν προχωρήσει από αυτό που νόμιζαν οι γονείς τους και ότι δεν τους νοιάζει, ή αφορά, το πώς τους συμπεριφέρονταν οι πιο σημαντικοί άνθρωποι της ζωής τους. 

Δεν με νοιάζει η γνώμη τους, ακούω συχνά, δεν τους εκτιμώ αφού δεν εκτίμησαν κι εκείνοι εμένα. “Εγώ σε εμένα πρέπει να αποδείξω την αξία μου, το ότι δεν τα καταφέρνω είναι θέμα τύχης”. Μα όπου υπάρχει πρέπει, μπορούμε να καταλάβουμε την αλυσίδα που κουβαλά κάποιος και από τα χρόνια έχει συνηθίσει το βάρος της. 

Ένα παιδί που δεν το εκτιμούν οι γονείς του, όμως, δεν παύει να τους εκτιμά. Τον εαυτό του παύει να εκτιμάει. Ένα παιδί που δεν το αγαπούν οι γονείς του, δεν παύει να τους αγαπά. Τον εαυτό του παύει να αγαπάει. Ένα παιδί που θυμώνουν συνέχεια οι άλλοι μαζί του, δεν θυμώνει μαζί τους. Με τον εαυτό του θυμώνει και το ίδιο. Ένα τέτοιο παιδί μεγαλώνει και γίνεται ένας ενήλικας που θα δεχτεί τρομερές εκπτώσεις στη ζωή του με πιο μεγάλη τον φόβο να εκφραστεί. Τον φόβο να ζητήσει, να επικοινωνήσει. Ακόμα και να προσφέρει. 

Κι αυτό τον φόβο, συνήθως δικαιολογεί η λογική λέγοντας “Γιατί να πω κάτι, αφού δεν θα ακουστώ. Δεν έχει νόημα” Κι όμως. Εκεί υπάρχει το μεγαλύτερο νόημα γιατί, ακόμα κι αν δεν πάρω αυτό που χρειάζομαι, θα μάθω με ποιον σχετίζομαι. Ποιος είναι ο άλλος. Μα, ακόμα πιο πολύ, ποιος είμαι εγώ που ζητάω από κάποιον που δεν μπορεί να δώσει. Όσο δεν είμαι διατεθειμένος να το κατανοήσω, θα το παρανοώ και θα το επαναλαμβάνω.

Μία είναι η πραγματική παρανόηση της εκτίμησης, ωστόσο. Ότι αυτό που είμαι, ορίζεται από αυτό που νομίζεις ότι είμαι. Ότι αυτό που κάνω, έχει όση αξία του δίνεις εσύ. Ότι είμαι όσο σημαντικός είμαι για σένα. Όπως όταν ήμουν παιδί. Που όλος μου ο εαυτός προσδιοριζόταν από την εικόνα που είχε ο γονιός για εμένα.

Η αυτοεκτίμηση, όμως, χρειάζεται να έχει να κάνει με ένα και μόνο πράγμα. Την επιτρεπτικότητα. Με εκτιμώ αρκετά ώστε να μου επιτρέπω να θέλω, να μου επιτρέπω να επιθυμώ, να μου επιτρέπω να ζητάω, να επικοινωνώ, να διοχετεύω αυτό που νιώθω. Από εκεί και πέρα, το μόνο που μπορώ να δω από την ανταπόκρισή σου, είναι εσύ πόσο εκτιμάς αυτό που σου δίνεται, όχι τι αξία έχει. Από εκεί και πέρα, θα δω το δικό σου κομμάτι εκτίμησης, που έχει να κάνει με εσένα κι όχι με εμένα. Η δική μου εκτίμηση είναι αδιαπραγμάτευτη, ανεξάρτητη, αυτόνομη από ό,τι μπορεί να έρθει από οποιονδήποτε άλλο πέρα από εμένα.

Αυτό, βέβαια, μαθαίνεται από την κούνια. Για να εκτιμήσει ένα παιδί τον εαυτό του, χρειάζεται να έχουν εκτιμήσει τις ανάγκες του πρώτα. Την ανάγκη του για τροφή, την ανάγκη του για καθαριότητα και την ανάγκη του για αγκαλιά. Χρειάζεται να έχουν αντέξει τη δυσφορία που αισθάνεται κάθε νέος οργανισμός που έρχεται στη ζωή για το πρώτο διάστημα. Σε αντίθετη περίπτωση, το βρέφος αισθάνεται μεγάλη ανησυχία. Το άγχος της ύπαρξής του, που δεν πήραν από επάνω του, θα παραμείνει μέσα του και θα ζητάει να διοχετευτεί με επιθετικότητα στο περιβάλλον του. Θα γίνει αυτό που λένε με περίσσια απογοήτευση κάποιοι, αποποιούμενοι οποιαδήποτε σχέση, δύσκολο παιδί.

Αν ο φόβος για αυτό το περιβάλλον είναι πολύ μεγάλος, το άγχος των αναγκών του θα παραμείνει, μα θα είναι απαγορευτικό να εκφραστεί. Ενα παιδί εξαρτάται από την αποδοχή του άλλου για να συνεχίσει να υπάρχει. Για να επιβιώσει η ψυχή του. Αν αυτό δεν παρέχεται άνευ όρων, θα αισθάνεται τρομερά ένοχο ακόμα και στη σκέψη να ζητήσει κάτι ή να εκφράσει κάτι αντίθετο από αυτό που του υποδεικνύεται. 

Για αυτό κι εγώ αργότερα, όσο κι αν το επιθυμώ, μπορεί να φοβάμαι να ζητήσω από τον σύντροφό μου ή να φοβάμαι να συνδεθώ με κάποιον που θα εκτιμάει τις ανάγκες μου και επιλέγω ανθρώπους που θα με ματαιώνουν. Ανθρώπους που θα αισθάνομαι ότι δεν μπορούν να με αντέξουν. Το άλλο μου είναι ανοίκειο. Είναι αμάθητο να ακούγομαι, να με υπολογίζουν. Συνδέομαι εκεί που που μπορεί να υποφέρω, αλλά δεν κινδυνεύω από τον παιδικό μου φοβο. Να μην γίνω αποδεκτός. Δεν κινδυνεύω να απορριφθεί η ανάγκη μου αφού την απορρίπτω εγώ ο ίδιος.

Για να με εκτιμήσω πραγματικά βαθιά, όμως, για να αισθανθώ ότι αξίζω, χρειάζεται να με εκτιμήσει ένας σημαντικός ενήλικας πρωτίστως. Όχι οποιοσδήποτε ενήλικας, όμως, αλλά ένας ενήλικας που εκτιμά τον εαυτό του. Εκεί θα μου προσφέρει μία εκτίμηση που δεν είναι κούφια. Που δεν είναι άδεια, αλλά συνεπής με αυτό που δείχνει. Τα παιδιά, εξάλλου, ποτέ δεν ακούν αυτό που τους λένε. Μιμούνται πάντα, όμως, αυτό που βλέπουν. Για αυτό και μπορεί ένας γονιός να πασχίζει να πείσει το παιδί του ότι αξίζει, αλλά εκείνο να μην μπορεί να το ενστερνιστεί γιατί ο ίδιος δεν εκτιμά τον εαυτό του. Να συνεχίζει να αισθάνεται ανάξιο, ή και ένοχο αν το κάνει, ότι θα απομακρυνθεί από τον γονιό.

Για αυτό κι εγώ μπορεί να έχω όλα τα εφόδια να ζήσω τη ζωή μου με έναν ουσιαστικό τρόπο, να δημιουργήσω, να συνδεθώ βαθιά με άλλους, αλλά να μην το κάνω. Να καταπιάνομαι συνέχεια με διάφορα, να προηγείται μονίμως κάτι το οποίο να πρέπει να ολοκληρώνω πριν προχωρήσω σε αυτό που ονομάζω ευτυχία. Ο φόβος μου είναι να πάω παρακάτω την ώρα που αισθάνομαι ότι εγκαταλείπω τον άλλο πριν από εμένα που δεν τα κατάφερε.

Το βλέπουμε γύρω μας. Γονείς που δεν έχουν ζήσει τη ζωή που θα ‘θελαν, άνθρωποι με καταπιεσμένα συναισθήματα, να εκπλήσσονται όταν βλέπουν το παιδί τους να μην έχει θάρρος ή πίστη στον εαυτό του. Να φοβάται μπροστά από κάθε πρόκληση. “Εγώ που στα ‘δωσα όλα;” “Εσύ που θα ‘πρεπε να είσαι ατρόμητος;” Συνήθως λένε, ομως για να δώσεις χρειάζεται να έχεις πρώτα. Τέτοιες φράσεις περισσότερο εμπεριέχουν τον πόνο της θυσίας, παρά την αυτονομία του άλλου. Μα ακόμα κι αν δεν πήρα αυτό που χρειαζόμουν τότε, μπορώ να μου το δώσω τώρα. Μέσα από μια επανορθωτική σχέση με κάποιον ο οποίος μπορεί να με αντέξει. Να με βοηθήσει να διαβώ τη διαδρομή της εκτίμησης. Αυτή την πολύ συγκεκριμένη διαδρομή.

Γιατί η εκτίμηση έχει μια πολύ συγκεκριμένη διαδρομή για να τη φτάσεις. Με ακούω. Μαθαινω να με ακούω, να με αφουγκράζομαι. Με ακούω χωρίς να με ερμηνεύω μέσα από τις φωνές άλλων. Συνομιλώ μαζί μου, με μεταφράζω, με γνωρίζω. Όσο με γνωρίζω, όσο ενδιαφέρον δείχνω στον εαυτό μου, τόσο ενδιαφέρομαι για αυτό που είμαι. Κι όσο ενδιαφέρομαι, τόσο έχω ανάγκη να ικανοποιώ αυτά που χρειάζομαι. Κι όσο με ικανοποιώ, τόσο αισθάνομαι ότι αξίζω για να το κάνω. Εκτιμώ αυτή την αξία, λοιπόν. Και με μεγαλύτερη αξία, μπορώ να αντιμετωπίσω καταλληλότερα τη ζωή.

Η απάντηση για αυτό δεν είναι σε κανένα βιβλίο, πουθενά όπου υπάρχει νοητική τροφή. Ούτε είναι έξω μου. Στο να αλλάξεις εσύ. Μέσα μου είναι. Κι αυτό, επίσης, έρχεται μέσα από τη θεραπευτική σχέση. Μέσα από τη σχέση που αντέχει να κοιτάξει το θυμό, τη θλίψη, τη ματαίωση ή όλα τα δύσκολα που κουβαλάω και κουβαλάω μόνος. Αυτά θα πραγματευτώ. Στο μέτρο που μπορώ, στο μέτρο που αντέχω. Για αυτό και η απάντηση σε κάποιον που έχει στερηθεί την εκτίμηση, δεν είναι ποτέ η υπερβολική εκτίμηση γιατί θα την αποβάλλει. Είναι η κατάλληλη εκτίμηση. Όπως κάποιος νηστικός για καιρό δεν μπορεί να χωνέψει μια μεγάλη δόση φαγητού.

Δημιουργώ σχέση με εμένα μέσα από αυτό, λοιπόν. Σχέση που μπορώ να μάθω να ανήκω στον εαυτό μου πριν με διαθέσω σε οτιδήποτε άλλο. Να μάθω να με εκτιμώ για να εκτιμήσω τον χρόνο μου και το που τον διαθετω. Μέχρι να το κάνω αυτό, θα με προσφέρω εκεί που δεν μπορώ να βρω αυτό που χρειάζομαι. Μόλις με μάθω, όμως, μόλις με εκτιμήσω, μόλις γνωρίσω την αξία μου, μπορώ να αναγνωρίσω καλύτερα το που χρειάζομαι να πάω. Μπορώ να εγκαταλείψω το θυμό μου, τη θλίψη ή την ματαίωση που κουβαλάω. Αυτό που μας θλίβει ή μας θυμώνει παντα, εξάλλου, δεν είναι παρά ένα πράγμα. Η αδυναμία μας να τολμήσουμε να νιώσουμε άνετα με το ποιοι είμαστε.

Facebook Twitter Google+ LinkedIn