Της μελανιάς το χάδι

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΙΑΚΩΒΟΣ ΣΙΑΝΟΥΔΗΣ
Bsc Ψυχολογίας, Ψυχοθεραπευτής-Συγγραφέας|

Υπάρχει ένας πόνος που παρά το ότι μπορεί να μας συντροφεύει όλη μας τη ζωή, γίνεται αντιληπτός μόνο στις περιπτώσεις που δεν μπορούμε να τον εξηγήσουμε για κάτι άλλο. Κι ο λόγος για αυτό είναι ότι προτιμάει να τον εξηγούμε, παρά να τον βιώνουμε, αφού έτσι καθησυχάζεται και δεν μας ενοχλεί για ένα διάστημα.

Αν στην παιδική ηλικία η αγάπη και η αποδοχή ερχόταν με όρους, μαθαίνω να με αγαπώ με την λογική. Αν είμαι καλός, ικανός ή επιτυχημένος, είναι και λογικό να με αγαπάω. Αν όχι, τότε δεν πρέπει. Δεν βγάζει νόημα στο αξιακό μου σύστημα. Μα όσο το πιστεύω, τόσο κερματίζω τον εαυτό μου μέχρι που έχω αποβάλλει κάθε τι που αυθόρμητα θα ήμουν αν δεν ήμουν αυτό που έπρεπε να είμαι για να με δεχτούν.

Κι όπως με κάθε επέμβαση στην ψυχή, ο πόνος είναι μεγάλος. Κι ο τρόπος να τον αντέξουμε είναι να τον απομονώσουμε. Να τον αναγνωρίζουμε χωρίς να τον βιώνουμε, σαν να συμβαίνει σε κάποιον άλλο και όχι εμάς. Θυμίζει πολύ την αναισθησία που κάνουν στα μεγάλα χειρουργεία όπου ο ασθενής είναι ξύπνιος, έχοντας επίγνωση του τι συμβαίνει, αλλά μη έχοντας επίγνωση του πώς αισθάνεται. Εμείς παρατηρούμε τη διαδικασία. Και μαζί με αυτή, παρατηρούμε και τον εαυτό μας να ταλαιπωρείται, απέξω. Χωρίς ενσυναίσθηση, βέβαια, αφού αυτή έχει ξεμείνει πίσω μαζί μ’εκείνον.

Φορά με τη φορά, όμως, που αυτό συμβαίνει, απαρνιόμαστε όλο και περισσότερο από τον συναισθηματικό μας σκελετό αφού πλέον είναι απειλητικός. Τα ραγισμένα κόκκαλά του, που δεν αντέχουμε να θεραπεύσουμε, με τον καιρό σπάνε σε αιχμηρά κομμάτια που καρφώνονται στα σπλάχνα μας και μας πληγώνουν.

Bruise

Και κάθε που δεν ικανοποιούμε την παιδική μας συνθήκη τού να είμαστε καλοί, ικανοί, αποδοτικοί, επαρκείς, πετυχημένοι, αναβιώνει αυτός ο οικείος πόνος. Λεω οικείος γιατί οι φυσικές μας άμυνες της μόνωσης και της εκλογίκευσης τον έχουν μουδιάσει ή τον έχουν αναπλαισιώσει με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να ξεχωρίσουμε πότε τον αισθανόμαστε και πότε όχι. Δεν μπορούμε να τον καταλάβουμε για πόνο γιατί μας συντροφεύει μια ζωή, και ποια πληγή θα άντεχε μία ζωή χωρίς να έχει γιατρευτεί; Μόνο αυτή που ξύνω κάθε φορά που πάει να κλείσει γιατί φοβάμαι να με δω χωρίς αυτή μήπως και δεν με αναγνωρίσω. Ή, καλύτερα, μήπως και δεν με αναγνωρίσουν εκείνοι που κουβαλώ μέσα μου.

Γιατί μεγάλωσα με το να αισθάνομαι μόνο ό,τι είναι λογικό να αισθάνομαι ή με το πώς θα έπρεπε να αισθάνομαι. Με το “Εάν είμαι καλός, θα ανταμοιφθώ”. Εάν φάω το φαΐ μου, μπορώ να παίξω. Εάν είμαι ήσυχος, θα με συμπαθήσουν. Εάν είμαι καλός, καλά πράγματα θα συμβαίνουν και η αγάπη θα μου επιστρέφεται, όμως η ζωή δεν γνωρίζει από συνθήκες. Για αυτό κι εγώ μπορεί να είμαι καλός και να σου δίνω ο,τι θέλεις, όμως εσύ να μην το αναγνωρίζεις ή να το επιστρέφεις. Κι εγώ να παραμένω πλάι σου πιστεύωντας ότι δεν είμαι αρκετός, ότι δεν δίνω αρκετά, και ότι θα έπρεπε να είμαι κάτι παραπάνω για να με αγαπήσεις. Κι όσο εσύ δεν με αγαπάς, τόσο εγώ θυμώνω με μένα. Το θεωρώ αποτυχία, λάθος μου, και κάνω ό,τι μπορώ για να το επιβεβαιώνω.

Μέχρι που το σύμπτωμα του πόνου μου γίνεται όλη η ζωή μου. Ο τρόπος που σχετίζομαι, που έρχομαι σε επαφή. Κι αν έχω μια μελανιά στο χέρι, κάθε φορά που θα το πιάνεις, θα πονάω. Αλλά κι εγώ που σε φέρνω σε επαφή μαζί της είναι γιατί θέλω να πιάνεις τη μελάνια μου, αφού καταβάθος σου ζητάω να τη θεραπεύσεις. Μα έτσι σε κάνω γιατρό μου, όχι σύντροφο. Κι όταν εσύ δεν μπορείς, τότε θυμώνω ή νιώθω πώς δεν είσαι κατάλληλος. Μα πώς θα μπορούσες να είσαι, όταν ο μόνος που είναι κατάλληλος να το κάνει είμαι εγώ.

Αλλά για να το κάνω, χρειάζεται πρώτα να αποδεχτώ το τραύμα μου• τη μελανιά μου. Μόνο με αυτό θα προχωρήσω. Μόνο αν γυρίσω πίσω, εκεί που έχει κουλουριαστεί αυτό το παιδί με τους όρους και το πάρω από το χέρι, θα θεραπευτώ. Στον χρόνο του, όμως, αφού ακόμα μπουσουλάει. Δεν μπορώ να το βιάσω, να τρέξω, γιατί τότε θα το σέρνω. Θα χρειαστεί να το περιμένω και να στέκομαι δίπλα του παρά τις αντιστάσεις του, το κλάμα του, την άρνησή του να με εμπιστευτεί αμέσως. Σε αντίθετη περίπτωση, θα έχω επαναλάβει την παιδική μου κασέτα και θα του έχω φερθεί ακριβώς όπως όταν τραυματίστηκε.

Κι ας λέω ότι το κάνω για το καλό του – κι εμένα έτσι μου ‘λεγαν. Πού το ξέρω το καλό του; Που το ξέρω όταν το είχα εγκαταλείψει μέσα στα συρτάρια της ψυχής μου; Ο μόνος τρόπος να το μάθω, είναι να ακούσω το κλάμα του σαν καλός γονιός χωρίς να το εγκαταλείψω. Να μην του ζητήσω να είναι δυνατό και να προσπεράσει αυτό που νιώθει, αλλά να το βιώσει με έναν τρόπο που θα είναι ασφαλής για εκείνο. Να είμαι πλάι του μέχρι να μην θέλει άλλο να κλαίει και να με αφήσει να το πλησιάσω.

Όπως σε κάθε σχέση δηλαδή. Να σχετίζομαι ολόκληρος και όχι μόνο με το τραύμα μου. Αλλά κι αυτό να μην το αγνοώ. Κομμάτι μου είναι επίσης. Να το φροντίζω, να το εκτιμάω και να το αφήνω να κλείνει όποτε μπορώ. Σκοπός δεν είναι να το εξαιρέσω από τη ζωή μου, αλλά να το συμπληρώσω. Σκοπός δεν είναι να το ξεχάσω γιατί τότε θα με πονάει κάθε φορά που κάποιος θα αγγίζει τη μελανιά μου. Σκοπός είναι να σταματήσω να την χαϊδεύω και να αρχίσω να τη γιατρεύω. Να την αποδεκτώ και να της δώσω αυτό που χρειάζεται για να μαλακώσει ώστε να μπορώ να σχετίζομαι χωρίς πόνο. Η περιουσία μου είναι αυτό που θα μάθω θεραπεύοντάς την, όχι κουβαλώντας την.

Και θεραπεία υπάρχει μόνο εκεί που υπάρχει αποδοχή. Εκεί που αποδέχομαι τη δυσκολία μου, μπορώ να αλλάξω, αφού η αλλαγή απαιτεί να συμφιλιωθώ με αυτό που είμαι. Να γνωριστώ μαζί του και να γνωρίσω εμένα. Να με ακούσω, να συζητήσω μαζί μου, να με κατανοήσω, να με εκτιμήσω. Να με συνθέσω.

Κι η αλλαγή είναι στον τρόπο που με προσεγγίζω, στον τρόπο που με καταλαβαίνω, στον τρόπο που σχετίζομαι μαζί μου. Μέσω των ποιοτήτων που θα επιλέξω να το κάνω. Εάν θα είμαι αυστηρός μαζί μου, θα μου θυμώνω. Εάν είμαι ενοχικός, θα με τιμωρώ. Εάν είμαι υπομονετικός, συγχωρετικός, κατανοητικός, θα με εκτιμώ και θα αξίζω. Κι αν αξίζω για εμένα, θα αξίζω και για εσένα. Χωρίς όρους. Χωρίς να εξαιρούνται κομμάτια μου αφού πλέον καταλάβω πως όλα τους μου ανήκουν και όλα είμαι εγώ.

Η αποδοχή δεν μου ζητάει να εξηγώ αυτό που νιώθω, αλλά να το αισθάνομαι χωρίς να το κρίνω. Με κάνει να με αγαπάω ακόμα κι όταν δεν προέρχεται από τα επιτεύγματα ή τις επιτυχίες μου. Με κάνει να με αγκαλιάζω ακόμα κι αν δεν αποδεικνύω πάντα πως το αξίζω. Δεν πειράζει, το γνωρίζω εγώ και μου αρκεί. Δεν απαιτεί μια κατάκτηση, ένα λογικό συλλογισμό ούτε κάποιο λογικό συμπέρασμα.

Αυτό που χρειάζεται είναι μόνο ένα πράγμα. Να αντέχω να σχετιστώ. Να αντέξω να με γνωρίσω για αυτό που είμαι χωρίς να μου ζητήσω να γίνω κάτι λιγότερο από αυτό που επιθύμησα να γίνω. Να με συναντήσω και να αξιοποιήσω αυτή τη συνάντηση. Η ζωή δεν είναι μόνο στην συνάντηση με τον εαυτό μου. Τον εαυτό μου τον συναντω συχνά μέσα στις εμπειρίες μου. Τη διαφορά κάνει το πώς θα του φερθώ. Το αν θα τον αγνοήσω ή, επιτέλους, θα επιλέξω να τον αγκαλιάσω

Facebook Twitter Google+ LinkedIn