Της ψυχής ο καμβάς

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΙΑΚΩΒΟΣ ΣΙΑΝΟΥΔΗΣ
Bsc Ψυχολογίας, Συνθετικός Ψυχοθεραπευτής-Συγγραφέας|

(Για τις βουλιμίες, τα ψυχοσωματικά και τις ψυχαναγκαστικές συμπεριφορές)

Από τις πρώτες στιγμές ύπαρξης ενός ανθρώπου, γίνεται αμέσως κατανοητό κάτι θεμελιώδες. Έχοντας περάσει την ενδομήτρια ζωή του στην απόλυτη συμβίωση, ένα νεογέννητο που δεν έχει χρειαστεί να βιώσει ποτέ την πείνα, τη δίψα ή τη δυσφορία της μοναξιάς, καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες του μόνο του, παρα μόνο καταφέρνει να κλάψει σαν αντανακλαστική πράξη αποφόρτισης από την ένταση. Το σώμα του είναι το μόνο εργαλείο επικοινωνίας. Τότε, εμφανίζεται κάποιος άλλος και δίνει νόημα σε αυτό το κλάμα. “Πεινάει” λέει η μάνα καθώς το αγκαλιάζει, του προσφέρει το στήθος της κι αυτό καταλαγιάζει. Η θεμελιώδης συνειδητοποίηση που συμβαίνει εκείνη την στιγμή, θα το συνοδεύει όλη του ζωή: Ότι όλα όσα θέλει, από εδώ και στο εξής, θα πρέπει πρώτα να μεταφράζονται.

download_picnik

Η εργασία της μητέρας μαζί του, δημιουργεί συνειρμούς μεταξύ των αναγκών που έχει το σώμα του και εκείνων που έχει η ψυχή του, όμως για να συμβεί αυτό, για να μπορέσει να μεταφράσει με ακρίβεια αυτό που νιώθει, η μητέρα ταυτίζεται μαζί του – βλέπουμε πώς οι επάγρυπνες μητέρες αισθάνονται τα άγχη του μωρού τους και δικά τους άγχη. Μαζί με αυτό που του προσφέρει, ταυτίζεται και το μωρό της μ΄εκείνη και ξεγελά την ανημπόρια του μέσα από τη δική της ικανότητα να το κατανοεί. Η ταύτιση είναι η πρώτη άμυνα απέναντι στον αποχωρισμό και τη συνειδητοποίηση του ότι είμαστε ξεχωριστοί ο ένας από τον άλλο.

Για εκείνο το διάστημα, κάτι τέτοιο είναι απαράμιλλης σημασίας. Η ταύτιση συμβαίνει με τρόπο πανομοιότυπο με ένα είδωλο που κατοπτρίζεται σε έναν καθρέφτη. Όσο η μετάφραση αυτού που χρειάζεται είναι επιτυχής, το βρέφος και το είδωλό του είναι εναρμονισμένα. Μπορεί να διατηρεί τη σωτήρια ψευδαίσθηση ότι εκείνο και η μητέρα είναι ένα. Καθώς αυτό συμβαίνει, τα άγχη του οργανώνονται. Ο φόβος του αφανισμού που συνοδεύει την πείνα κι ο φόβος της εγκατάλειψης που συνοδεύει ένα δέρμα που κρυώνει, φροντίζονται και τα δύο από το γάλα της καθώς το αγκαλιάζει. Η μητέρα τα συγκροτεί όλα στο πρόσωπό της. Ψυχή και σώμα. Τα συνοψίζει και του τα επιστρέφει ενοποιημένα. Το βρέφος αισθάνεται ότι δεν απειλείται από ασύνδετες αισθήσεις πια, γιατί του τις ικανοποίησε μονομιάς εκείνη. Ενώ χορταίνει, το άγχος του καταλαγιάζει και το κορμί του δεν υποφέρει πια. Καταλαβαίνει ότι αυτό που ζήτησε κατανοήθηκε. Μέσα από το σώμα, λοιπόν, φροντίζεται και η ψυχή στην αρχή της ζωής.

Με τον καιρό, η μεταξύ τους διαδικασία εσωτερικεύεται και ο καθρέφτης περνάει εντός. Πλέον, αισθάνεται αρκετά ικανό το ίδιο να αντέξει τη διαφοροποίησή του χωρίς να χρειάζεται μονίμως να εξαρτάται από την αντανάκλασή του για να συγκροτείται. Κάτι τέτοιο, όμως, προκύπτει μόνο αν αυτό που του επιστράφηκε εναρμονίστηκε με αυτό που είχε ανάγκη. Αν αντικατόπτριζε τα δικά του μοναδικά χαρακτηριστικά και όχι τα χαρακτηριστικά που έβλεπε ο καθρέφτης του σ’εκείνο. Αυτό προϋποθέτει ενσυναίσθηση. Την ικανότητα, δηλαδή, να δει κάποιος πέρα από τις προβολές του. Σε αυτό το πέρα, υπάρχει η πραγματική μάνα.

Σε αντίθετη περίπτωση, η αρμονία με τον καθρέφτη διακόπτεται προτού ολοκληρωθεί η εσωτερίκευσή του και το βρέφος αισθάνεται να εισβάλλεται από ανάγκες που δεν ανήκουν στο ίδιο. Καταλήγει να νιώθει αόρατο σαν να κατοπτριζόταν κάπου που δεν ακολουθούνται οι κινήσεις του, κι αυτό το κάνει να συνειδητοποιεί απότομα τη αμετάφραστη εξάρτησή του. Υπό την απειλή να καταρρεύσει ο εαυτός, το βρέφος προβαίνει σε μία ψυχική αποσύνδεση. Απαρνείται κάθε πλευρά και ιδιαίτερη ανάγκη του και υιοθετεί εκείνες του καθρέφτη του για να συνεχίζει να υπάρχει. Χωρίς εσωτερικευμένο καθρέφτη, το βρέφος καταλαβαίνει ότι αν θέλει να καθησυχάζει τα άγχη του, από εδώ και πέρα, θα πρέπει πάντοτε να καθρεφτίζεται κάπου.

Η συνειδητοποίηση, βέβαια, ότι ο εσωτερικός κόσμος βρίσκεται σε αναρχία, είναι τρομαχτικά απειλητική ώστε να απομένει στην τύχη της, οπότε χρειάζεται να βρεθεί ένας τρόπος να του καθρεφτίζεται μονίμως μία αλαβάστρινη εικόνα που θα τον ξεγελά. Έτσι, αναπτύσσεται μια τελειομανία που αποδεικνύεται πολύ καθησυχαστική στην καθημερινή πράξη. Μέσα από αυτή, αντανακλάται μία ιδανικότητα που ανακουφίζει από το άγχος της αντίληψης έλλειψης ελέγχου για τις ίδιες του τις λειτουργίες, και κατοπτρίζει μέσω επιτευγμάτων την εικόνα της συγκρότησης.

Οι πραγματικές ανάγκες φιμώνονται και μαζί τους και ο θυμός για τον φυλακισμό τους. Αυτό δημιουργεί έναν εσωτερικό αναβρασμό που, μόνη ελπίδα να καταλαγιάσει, βρίσκει μέσα από καταναγκαστικές συμπεριφορές, διατροφικά τελετουργικά ή την αποτύπωση στο σώμα.

Μία γενναία γυναίκα που με επισκέφτηκε πριν χρόνια, της ήταν αδύνατο να κοιμηθεί εάν το σπίτι δεν ήταν αλαβάστρινα καθαρό. Μέσα της υπήρχε ένας θυμός που δεν ήταν έτοιμη να συνειδητοποιήσει, έτσι με την καθαριότητα και την τακτοποίηση φρόντιζε να τον κρατά εκτός συνειδητού πεδίου. Στο ακατάστατο σπίτι έβλεπε τον εσωτερικό της κόσμο και συγυρίζοντας το προσπαθούσε να τον βάλει σε μία τάξη. Προσπαθούσε να δημιουργήσει ένα χώρο τόσο καθαρό που θα τη βοηθούσε να καθρεφτιστεί και να συγκροτήσει το μέσα της. Κάθε φορά που εντόπιζε μία εστία ακαταστασίας, είχε ένα λόγο να εκτονώνει το θυμό της που συγχρόνως την προφύλασσε από το να συνειδητοποιεί τι πραγματικά αφορούσε.

Το εσωτερικό έλλειμμα αυτού του καθρέφτη, όμως, αντικατοπτρίζεται και στη σχέση του εαυτού με το πρώτο εργαλείο επικοινωνίας• το σώμα του. Το βρέφος, καταλαβαίνοντας τον κόσμο στοματικά στην αρχή της ζωής του, αισθάνεται ότι τακτοποιεί την εσωτερική δυσφορία που φέρνει η απουσία νοήματος για αυτό που συμβαίνει μέσα του, με την τροφή. Αν δούμε την βουλιμία σε ένα συμβολικό επίπεδο, τότε το φαγητό υποκαθιστά τον εαυτό και η συμπεριφορά αυτή είναι η μεταφορά της σχέσης μαζί του. Το βουλιμικό άτομο μαρτυρά τη διαρκή ψυχική κατάπτωση και ανάκαμψη που βιώνει στον εσωτερικό του κόσμο.

Μέσα από την οργιαστική κατανάλωση φαγητού, ο εαυτός παλινδρομεί στην ίδια αίσθηση με τότε, στην αρχή της ζωής του. Την καταβρόχθιση των αγχών του. Η αίσθηση πληρότητας, όμως, γεννά τον φόβο του πάχους και της κατάρρευσης της ιδανικής εικόνας και έτσι ο εαυτός αισθάνεται τρομερά ένοχος που αφέθηκε στην επιθυμία του. Για να ακυρώσει την πράξη του, λοιπόν, αναζητά είτε μία καθαρτική συμπεριφορά είτε την τιμωρία μέσα από αλλεπάλληλες στερητικές δίαιτες.

Όσα δεν συνειδητοποιούμε, τα σωματοποιούμε. Πλευρές και συναισθήματα με πρώτο και κύριο εκείνο τον αρχικό θυμό, που αποτελούσε διαμαρτυρία στο δικαίωμα να αναγνωρίζεται ο εαυτός για αυτό που είναι και όχι για αυτό που χρειάζεται να γίνει, γίνονται ανάγλυφες στο σώμα με την ελπίδα ότι θα τις αντιληφθούμε και θα μεταφράσουμε το νόημά τους. Ένα στομάχι που πονάει συχνά, μαρτυρά έναν άνθρωπο που αναγκάζεται να καταπίνει τα άγχη του, ένα κεφάλι που ταλαιπωρείται από πονοκεφάλους, υποδηλώνει κάποιον που αναγκάζεται να εκλογικεύει συνεχώς τα συναισθήματά του, η αίσθηση ενός κατάκοπου σώματος αποκαλύπτει μία μελανιασμένη από χτυπήματα ψυχή, ενώ το δέρμα, το τελευταίο όριο με τον έξω κόσμο, όταν αρρωσταίνει, ψιθυρίζει την κακή οριοθέτηση που έχει συνοδέψει τον εαυτό σε όλη τη ζωή του. Το σώμα, μέσα από την ασθένεια, βρίσκει έναν παθολογικό τρόπο να εκφράζει το εσωτερικό του έλλειμμα που κοστίζει πολύ ακριβά.

Ένας άνθρωπος με πληγωμένο σώμα, δεν αποτελεί μία ελεύθερη ύπαρξη. Αντιθέτως. Είναι κάποιος που βρίσκεται υπό περιορισμό με τον ίδιο τρόπο που ένα παιδί βρίσκεται τιμωρημένο στο δωμάτιό του. Η θεραπεία βοηθά τον εαυτό να μεταφράσει το λεξιλόγιο της ψυχής, επιστρέφοντας στη γλώσσα ως μέσο εξωτερίκευσης των συναισθημάτων του, και σταματώντας την ανάγκη του να χρησιμοποιεί το σώμα σαν τον καμβά της. Βοηθά να γίνεται ορατός ο εαυτός για αυτό που είναι και όχι για αυτό που μπορεί να κάνει. Πιο πολυ απ΄όλα, όμως, βοηθά τον εαυτό να καταλαγιάζει τις εσωτερικές του εντάσεις ο ίδιος χωρίς να χρειάζεται να εξαρτάται μονίμως από καθρέφτες.

Facebook Twitter Google+ LinkedIn