Του βυθού η άμμος

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΙΑΚΩΒΟΣ ΣΙΑΝΟΥΔΗΣ
Bsc Ψυχολογίας, Συνθετικός Ψυχοθεραπευτής-Συγγραφέας|

Από τη στιγμή που ερχόμαστε στον κόσμο, ξεκινά η προσπάθειά μας να χωρέσουμε στις πρώτες σχέσεις της ζωής μας. Ως πλάσματα που αποτελούνται από συναισθήματα, δοκιμάζουμε την θέση που έχουν τα συναισθήματά μας δίπλα στα συναισθήματα των άλλων. Αν μπορώ να εκφράσω αυτό που νιώθω δίχως φόβο ή ενοχή, αισθάνομαι αποδεκτός και μεγαλώνω με μια ισχυρή αίσθηση του εαυτού.

s-l300

Αν στο σπίτι που μεγάλωσα, το συναίσθημα δεν ενθαρρυνόταν να εκφράζεται ή ενοχοποιούταν όταν συνέβαινε, θα κρυφτεί αργότερα πίσω από χίλιες δυο μικρές εκλογικεύσεις για να μην έρχεται στην επιφάνεια. Θα συμπληρωθεί από μία ματαιωτική λογική που δεν θα το χωράει. Αντί να αφουγκράζομαι αυτό που νιώθω, θα σκέφτομαι πώς θα έπρεπε να νιώθω. Θα ερμηνεύω και θα δικαιολογώ τον άλλο, αντί να κατανοώ εμένα. Κι αν στη μετέπειτα ζωή, παραμείνω στο να αναπαράγω αυτή την παιδική συνθήκη, θα νιώθω όπως και τότε. Μόνος μέσα σε αυτό που αισθάνομαι.

Όταν οι πρώτες σχέσεις είναι σκληρές, ματαιωτικές ή στερητικές σε αυτό που αυθόρμητα αισθάνομαι, η μόνη οδός που επιτρέπεται σε ένα παιδί για να γίνει αποδεκτό, είναι η ταύτιση. Όμως καμία αποδοχή δεν υπάρχει στην ταύτιση. Στο ίδιο. Δεν υπάρχει γιατί το ίδιο δεν με προκαλεί, δεν με φέρνει αντιμέτωπο με το ποιος είμαι ή με το τι έχω επιλέξει. Μόνο το διαφορετικό μπορεί να το κάνει αυτό. Η αποδοχή είναι προνόμιο του διαφορετικού. Η αποδοχή είναι αυτό ακριβώς το πράγμα. Ο τόπος που χωράει κι εμένα, αλλά και εσένα που δεν είσαι εγώ. Αν το κατανοήσω, θα μπορώ να βαδίζω χωρίς ενοχή κι αυτό γιατί η ώριμη αγάπη δεν γνωρίζει από αφομοίωση. Ενέχει την μεταμόρφωση του εαυτού, όχι την αλλαγή του άλλου.

Όσο δεν βαδίζω σ’αυτό το μονοπάτι, μπορεί να έχω τους πάντες γύρω μου, αλλά αν δεν έχω έναν, δεν έχω κανένα. Τον εαυτό μου. Μπορεί, πάλι, να μην έχω κανέναν γύρω μου. Αν έχω έναν, έχω τους πάντες. Τον εαυτό μου επίσης. Που σημαίνει ότι, αν αγνοώ και αγνοώ αυτό που θέλει να πει η ψυχή μου, όσους κι αν έχω να εμπεριέξουν τον θρήνο μου μετά, δεν θα μου φτάσει.

Πολλές φορές ακούω ανθρώπους που θέλουν να μάθουν να στηρίζονται στις δυνάμεις τους, να γίνουν περισσότερο αυτόνομοι, να καταδικάζουν την πράξη τους όταν δέχονται βοήθεια από κάποιον για να το καταφέρουν, κι ας βελτιώνεται ο βαθμός ανεξαρτησίας τους. “Πάλι, όμως, είμαι καλά εξαιτίας κάποιου άλλου και όχι εμού. Βαρέθηκα να εξαρτώμαι.” Όμως, ποτέ δεν είμαι καλά εξαιτίας κάποιου κι ας το νομίζω. Είμαι καλά εξαιτίας του συναισθήματος που έχω για αυτόν τον κάποιο. Δικό μου το συναίσθημα, δικός μου και ο λόγος που είμαι καλά λοιπόν.

Η πραγματική έννοια της αυτονομίας, εξάλλου, δεν είναι η ολοκληρωτική αυτοεξυπηρέτηση γιατί κανείς δεν μπορεί να κάνει τα πάντα μόνος – ούτε είναι και αυτός ο σκοπός της ωρίμανσης – αλλά το να ξέρω που να στρέφω την ανάγκη μου. Αν την στρέφω μονίμως εκεί που την ματαιώνουν, εκεί που την παγιδεύουν, δεν θα προχωρώ ποτέ γιατί θα απομένω ανικανοποίητος. Εκεί θα είμαι πάντα εξαρτημένος από αυτό που δεν πήρα. Αν μάθω να την στρέφω εκεί που θα μου δώσουν αυτό που χρειάζομαι, όμως, θα μπορώ να το παίρνω και να προχωρώ παρακάτω. Αυτή είναι αυτονομία. Η επιλογή σχέσεων που δεν με καθιστούν καθηλωμένο.

Είναι δύσκολο να το αποδεχτώ, ναι. Φέρνει ένα βάρος – στη θεραπεία μπορώ να το συνειδητοποιήσω αυτό – Όμως, αυτό το βάρος δεν είναι καινούριο. Απλά έχει έρθει στο συνειδητό. Το κουβαλούσα πάντα. Πάντα πονούσε η πλάτη μου να το σηκώνω, αλλά τώρα ξέρω το γιατί.

Κι το γιατί αυτό, όσο επίπονο κι αν μου φαίνεται, μπορεί να γίνει τρομερά λυτρωτικό. Μία μοίρα αν στρίψω το καράβι μου – όχι παραπάνω, μία αρκεί – Θα καταλήξω πολύ μακριά σε βάθος χρόνου από αυτό που με κατατρόπωνε. Κι αν πάλι είμαι αυστηρός μαζί μου, και μου φαίνεται λίγο, ωφέλιμο είναι να θυμάμαι και το πολύ από το λίγο φτιάχνεται.

Η θεραπεία βοηθάει σ’αυτό. Παρέχει ένα σταθερό πλαίσιο για να το δοκιμάσω. Μου προσφέρει ένα χέρι να κρατάω στη διαδικασία της αλλαγής μου, ώστε να προχωρώ με ασφάλεια. Θέλει προσπάθεια η αλλαγή, μεγάλη αντοχή. Θέλει αντοχή να αποχωριστώ ό,τι με δυσλειτουργεί. Να αποχωριστώ την οικειότητα με την οποία σχετίζομαι με τον πόνο. Να αποχωριστώ τον κορσέ της ματαιωτικής λογικής μου. Αν δεν είμαι διατεθειμένος να τον αποχωριστώ, εκεί αγαπώ τη θλίψη μου περισσότερο από τη χαρά μου. Στη θεραπεία το μαθαίνω κι αυτό.

Ένας πολύ γενναίος άνθρωπος που συνομιλώ μού διηγήθηκε μία ιστορία. Έχοντάς με ακούσει αναρίθμητες φορές να τον προσκαλώ να γίνει καλός γονιός του εαυτού του, να αποδεχτεί και να αγκαλιάσει ο,τι τον φοβίζει, αποφάσισε να το κάνει στο παιδί του.

Όταν, λοιπόν, ο γιος του, που είχε μεγάλο φόβο για το σκοτάδι, έχασε την μπάλα του σε ένα σκοτεινό δωμάτιο του σπιτιού, και δεν ήθελε με τίποτα να πάει, ο άνθρωπος αυτός αποφάσισε να αποδεχτεί τον φόβο του γιου του και να τον συνοδεύσει.

Του είπε, λοιπόν, όταν τον είδε να κλαίει “Θα πάμε μαζί. Θα περπατώ δίπλα σου και μάλιστα θα σε αγγίζω ώστε να νιώθεις ότι είμαι συνέχεια εκεί.” Όταν έφτασαν στο σκοτεινό δωμάτιο, άνοιξε το φως και έδειξε στο γιο του που βρισκόταν η χαμένη του μπάλα ώστε να απομνημονεύσει τη θέση της. Έπειτα, έκλεισε το φως ξανά, προχώρησαν παρέα και την ανέσυραν.

Το παιδί του για πρώτη φορά επικράτησε στον φόβου του. Δεν έπαψε να φοβάται – κανείς μας δεν παύει ποτέ – έπαψε, όμως, να νιώθει άσχημα που φοβόταν. Το παιδί αυτό μπήκε την επόμενη φορά μόνο του στο δωμάτιο αφού, ακόμα κι αν ο μπαμπάς του δεν ήταν μαζί, εξακολουθούσε να νιώθει το άγγιγμά του στην πλάτη του.

Και αυτό είναι που χρειάζεται πάντα. Όταν ένα παιδί κλαίει και φωνάζει στη μαμά του ότι ένα τέρας υπάρχει στην ντουλάπα, ανάγκη του είναι να έρθει η μαμά του και να ανοίξουν την ντουλάπα μαζί ώστε να το διαπιστώσει. Και, από την επόμενη φορά, η μαμά του δεν χρειάζεται να το κάνει. Αυτό που έχει σημασία είναι να του αγκαλιάσει το φόβο, ώστε να μην αισθάνεται ένοχο. Όσο αυτό δεν θα συμβαίνει, ο φόβος θα παραμένει για πάντα εκεί.

“Κι αν μου βγει παραχαϊδεμένο;” Αυτή είναι η πιο μεγάλη παρανόηση που υπάρχει. Το παιδί δεν βγαίνει παραχαϊδεμένο αν το θωρακίσεις από τον φόβο. Βγαίνει παραχαϊδεμένο αν το θωρακίσεις από τη ζωή. Αν, εκεί που πάει να ανοίξει τα φτερά του, του το απαγορεύεις με την “αγάπη” σου. Εκεί μετά δεν αντέχει να ζήσει.

Αν ένα παιδί που κλαίει το παίρνεις αγκαλιά, δεν το κάνεις ευαίσθητο. Θαρραλέο το κάνεις αφού του μαθαίνεις ότι το εκτιμάς ακόμα και στον φόβο. Αν ένα παιδί που φοβάται, του καθησυχάσεις την ανησυχία που νιώθει για το ότι φοβάται, δεν το κάνεις δέσμιο του φόβου του. Ελεύθερο άνθρωπο κάνεις. Κάποιον ο οποίος δεν θα αισθάνεται ενοχή αργότερα. Κι η ενοχή ζητάει μόνο ένα πράγμα, περισσότερη τιμωρία.

Κι αν δεν το πήρα αυτό μικρός, δεν είναι ποτέ αργά για να μου το δώσω εγώ στην ενήλικη ζωή μου. Να γίνω εγώ ο ιδανικός γονιός του εαυτού μου και να αποδεχτώ αυτό που με δυσκολεύει. Αν δεν το κάνω, αν απαντήσω με στέρηση στον εαυτό μου, απλά θα αναπαράγω αυτό που έκαναν οι άλλοι τότε και κατέληξα να φοβάμαι τώρα.

Αυτός είναι ο σκοπός της ωρίμανσης. Όχι να φύγω από το ένα άκρο και να πάω στο άλλο. Αν με ψάχνω εκεί, θα απογοητευτώ. Σκοπός είναι να με προσεγγίζω διαφορετικά. Με κατανόηση. Ακόμα κι αν επιλέγω το ίδιο ξανά, καμία σημασία δεν έχει πέρα από το πώς μου φέρομαι μέσα στην επιλογή μου. Η απενοχοποίηση με σώζει, όχι το κάτι άλλο.

Κι όταν πλησιάζω να τα καταφέρω, εκεί χρειάζεται την μεγαλύτερη προσπάθεια να μην είμαι σκληρός μαζί μου. Εκεί που ξεκινάω να σκέφτομαι ότι είναι εύκολο, πλέον, μπορώ να το κάνω. Δεν έχω δικαιολογία να μην το κάνω, άρα πρέπει και να το κάνω. Δεν πρέπει τίποτα όμως. Το κλάμα του ενήλικα, είναι η εκλογίκευση. Κι αυτό γιατί, όσο θα προσπαθώ να διατηρώ μία ματαιωτική λογική μέσα μου ευτυχισμένη, δεν θα έχω εμένα ποτέ, γιατί η προσοχή μου θα είναι στραμμένη σε εκείνη.

Κι αν φοβάμαι ότι δεν μπορώ να διαχειριστώ το συναίσθημά μου, ας αναρωτηθώ το εξής. Μήπως αυτό που δεν μπορώ να διαχειριστώ είναι η λογική μου σε σχέση με αυτό; Το πώς σκέφτομαι για εμένα όταν νιώθω; Την επίκρισή μου, δηλαδή, για το συναίσθημά μου. Η δυσκολία μου δεν είναι ποτέ, λοιπόν, στο να διαχειριστώ αυτό που νιώθω. Το συναίσθημά μου ξέρει. Λέει: “Αγαπώ, φώναξέ το”. Λέει: “Έχω στενοχωρηθεί, κλάψε”. Λέει: “Έχω θυμώσει, ξέσπασε”. Το συναίσθημά μου αυτορυθμίζεται. Αυτό που δεν ρυθμίζεται είναι η λογική μου σε σχέση με αυτό. Εκείνη που, ενώ λέει το συναίσθημα τι χρειάζεται, απαντάει “Μη”.

Και αυτό μπορώ να το αλλάξω, αρκεί να με ακούσω χωρίς να πω το αλλά. Με το να αφήσω αυτό που νιώθω να μιλήσει σε έναν ασφαλή χώρο, χωρίς να έρθει η λογική μου να με διορθώσει. “Με θυμώνει που με αγνοεί ο σύντροφός μου, αλλά καταλαβαίνω ότι δεν μεγάλωσε όπως θα ήθελε κι εκείνος”. Όταν κατανοήσω, δηλαδή, ότι δεν κινδυνεύει κανείς από αυτό που νιώθω και δεν το ματαιώσω. Όταν μιλήσω για μένα, όχι για τον άλλον. Όταν είμαι χρήσιμος προς αυτό που χρειάζομαι εγώ, όχι προς αυτό που χρειάζεται ο άλλος.

Το συναίσθημά μου, εξάλλου, δεν μπορώ να αποφύγω. Με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο θα εκφραστεί. Αλλιώς, θα γίνει ανάγλυφο επάνω στο κορμί μου. Είναι σαν του βυθού την άμμο, όταν ένα πάτημα την κάνει και τινάζεται. Όσο κι αν κουνάω τα χέρια μου με τη λογική μου, η άμμος δεν επικάθεται γρηγορότερα. Ίσα-ίσα, την καθυστερώ. Μέχρι να καταλαγιάσει, μπορώ μόνο να δεχτώ ότι θα βρίσκεται στην αγκαλιά της θάλασσας. Σπουδαίο πράγμα αυτό. Το να μην αρνούμαι αυτό που αισθάνομαι, αλλά να αρνούμαι να γυρίσω την πλάτη μου σ’αυτό.

Βοηθάει να με μαθαίνω. Να μαθαίνω ποιος είμαι έξω από τους προσδιορισμούς που μου δόθηκαν. Βοηθάει να απελευθερώνομαι συναισθηματικά. Να λύνω όποιους κορσέδες με ασφυκτιούν. Να μαθαίνω το συναισθηματικό κουβάρι που υπάρχει μέσα μου και να δείχνω υπομονή όσο το ξεμπερδεύω. Όλοι μας κουβαλάμε ένα τέτοιο κουβάρι. Αν το μάθω, μπορώ να πλέκω εγώ το υφαντό μου κι όχι κάποιος άλλος μέσα μου.

Facebook Twitter Google+ LinkedIn