Το αγκίστρι των σχέσεων

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΙΑΚΩΒΟΣ ΣΙΑΝΟΥΔΗΣ
Bsc, ψυχοθεραπευτής|

Η αγάπη, που τόσο αδρά αποτελεί απάντηση σε όλα, αποτελεί, ταυτόχρονα και ερώτηση. Ερώτηση, όχι σχετικά με το τι είναι η ίδια, αλλά με το πώς σταθμίζεται ή απομειώνεται όταν οι άνθρωποι την επενδύουμε. Θα αποτελούσε αδιέξοδη φιλοδοξία να ορίσω την αγάπη καθώς αποτελεί γέννημα των πρώιμων εμπειριών του καθενός· για αυτό, ο ασφαλέστερος ίσως τρόπος να την φανταστεί κανείς είναι σαν παρένθεση… Μία παρένθεση που κλείνει μέσα κάθε αντικείμενο που επενδύουμε, με τα άγκιστρα της παρένθεσης, αυτής, να τα σφίγγει με τον ίδιο τρόπο/με την πίεση, που οι πρωτόλειες φιγούρες έσφιξαν κι εκείνον

14280247007_1648c9c379_k

Μία παρένθεση, όμως, απαιτεί και έναν πίνακα πάνω στον οποίο η συναισθηματική μας κιμωλία χαράσσει το εύρος της, και ποιος καλύτερος πίνακας από αυτό που καλείται λίμπιντο. Τι είναι η λίμπιντο, λοιπόν, που θυμίζει θάλασσα που αντί να ξεπλένει καταλήγει να νοτίζει τους ανθρώπους, πάνω στους οποίους την επενδύουμε, με την ίδια αλμύρα;

Πολύ απλά, η λίμπιντο είναι τα κόκκαλα, τα νεύρα κι ο μυϊκός ιστός κάτω από το δέρμα που λέγεται αγάπη. Είναι η κινητήρια δύναμη που το κάνει να συσπάται, να ανοίγει τους πόρους του όλο δίψα ή να τους κλείνει αποτρέποντας οτιδήποτε να παρεισφρήσει. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, μέσα από την αναλογία μας, ότι η λίμπιντο είναι κάτι που εδρεύει στο βάθος του ασυνειδήτου· εκείνου του ασυνειδήτου που προκαλεί τον άνθρωπο να μηχανεύεται άμυνες για να το τιθασεύσει, να το περιορίσει, να του επιβληθεί γιατί, καταβάθος, έχει ανάγκη ο ίδιος την επιβολή, επειδή διδάχθηκε να φοβάται το ατίθασο. Έχει ανάγκη να το εξοντώσει ώστε να μην πληγωθεί ξανά, όπως στο παρελθόν, όταν στρεβλά θεώρησε ότι η λίμπιντο χρειάζεται επιβεβαίωση από το αντικείμενο, στο οποίο επενδύεται, για να εκτιμηθεί. Πώς λειτουργεί, όμως, όταν έρχεται στο θέμα της αγάπης; Πώς λειτουργεί ο μηχανισμός της;

Ίσως για να το καταλάβουμε αυτό, χρειάζεται πρώτα να σκεφτούμε τη λίμπιντο σαν κάτι όχι το απεριόριστο. Από την πρώτη ημέρα της ζωής μας, που μας συνοδεύει, η λίμπιντο ταξιδεύει, το σώμα μας, μέχρι τη στιγμή που ξεκινά να επενδύεται σε πρόσωπα και εμπειρίες που απαρτίζουν τον κόσμο μας. Σκεφτείτε τη, λοιπόν, σαν μία ελαστική πάστα η οποία προσκολλάται, ντύνει – αν θέλετε – τα αντικείμενα ενώ ταυτόχρονα δεν αποκόπτεται από εμάς. Καθιστάμεθα έτσι όλοι συνδεδεμένοι, όπου κι αν βρισκόμαστε, για αυτό και δεν χρειάζεται να βλέπουμε κάποιον για να συνεχίζουμε να τον αγαπάμε ή να τον ακούμε για να μπορεί να αντηχεί η φωνή του, μέσα μας. Με αυτό τον τρόπο η λίμπιντο λειτουργεί σαν δίαυλος ανταλλαγής συναισθηματικών πληροφοριών, ο οποίος σαφώς είναι αμφίδρομος.

Όπως είπαμε, όμως, η λίμπιντο είναι ελαστική πάστα και όπως όλα τα υλικά που μοιράζονται τις ιδιότητες του ελαστικού, κάποια στιγμή η ελαστικότητά της τερματίζει. Αυτό συμβαίνει όταν δύο άνθρωποι πάψουν να συμπορεύονται, όχι απαραίτητα με την έννοια του να περπατούν μαζί, όσο με το να έχουν πάψει να επικοινωνούν συναισθηματικά. Εκείνο που συμβαίνει τότε είναι ότι, στην περίπτωση που κάποιος από τους δύο αρνείται να το δει, η ελαστική αυτή πάστα, που τόση χάρη του προσέδιδε με την σχηματική της προσαρμοστικότητα, καταλήγει να τον φρενάρει… Όση φόρα και αν παίρνει, όσο και αν προσπαθεί να τη μεταβάλλει, κάτω από πίεση, εκείνη τον κρατάει δέσμιο και του διδάσκει ότι ακόμα και κάτι τόσο ευρύ όπως η αγάπη, ακριβώς όπως ένα τεντωμένο λάστιχο, καταντά άγκυρα που τον τραβάει κάτω. Τι είναι, όμως, αυτό που τον κρατάει πίσω, πραγματικά, και δεν τον αφήνει να αποκοπεί από την άγκυρα αυτή;

Αν σκέφτεστε το βάρος της, όχι… Η άγκυρα δεν είναι βαριά, ούτε είναι γαντζωμένη σαν αγκίστρι κάτω από το δέρμα μας, που ονομάσαμε αγάπη. Για την ακρίβεια, το άκρο της άγκυρας, που συνάπτει στον ψυχισμό μας, το κρατάμε εμείς, με τα χέρια μας. Ο λόγος για αυτό είναι ότι όταν νιώσαμε ότι η πάστα αυτή τεντώνεται, και μας τραβά πίσω, αντί να αφήσουμε το χέρι μας βάλαμε και το άλλο… Την σφίξαμε πιο πολύ, με περισσότερη δύναμη γιατί την κουβαλήσαμε για τόσο καιρό που την νομίσαμε κομμάτι του εαυτού μας. Η αλήθεια, όμως, είναι πως σκοπός της δεν είναι αυτός… Σκοπός της δεν είναι, για εκείνη, να μένει παγιδευμένη από εμάς τους ίδιους όταν, ναρκισσιστικά, της αρνούμαστε την ελευθερία. Όταν ναρκισσιστικά αρνούμαστε, σε εμάς, να την αφήσουμε για να φροντίσουμε τα πληγωμένα χέρια μας που την κράτησαν. Σαν γίνει αυτό, όμως, θα πρέπει να αποδεχτούμε πως δεν την κρατούμε πια και αυτή η συνειδητοποίηση απαιτεί να θρηνήσουμε.

Ο θρήνος, λοιπόν, δεν είναι ένδειξη πόνου… Είναι το κουκούλι που σχηματίζεται επάνω από την πληγή και τη βοηθά να θρέψει. Χωρίς αυτόν, εάν επιμένουμε και το ξύνουμε, και το ξεριζώνουμε, για να επιβεβαιώσουμε με το τραύμα μας την παρουσία εκείνου που μας πόνεσε, στη ζωή μας, τότε απλά κρατάμε τη λίμπιντό μας δέσμιο.

Κλείνοντας, είναι σημαντικό να αντιληφθούμε πως μπορούμε να νιώσουμε την προσφορά των ανθρώπων ακόμα και όταν δεν βρίσκονται στη ζωή μας αρκεί να μην επιμείνουμε να βαστήξουμε τις αλυσίδες αλλά αυτό που μας έδωσαν, κάποτε, τα πρόσωπα που ήρθαν στη ζωή μας. Η λίμπιντο δεν είναι ατελείωτη αλλά ατελείωτα μπορούν να είναι τα οφέλη της αν τη διαχειριστούμε σωστά. Τόσο απλά όσο διαβάζεται… Για να έρθουν νέα πράγματα στη ζωή μας χρειάζεται να κάνουμε χώρο μέσα μας κι αυτό προϋποθέτει και τα δυο μας χέρια να είναι ανοιχτά κι ελεύθερα

Facebook Twitter Google+ LinkedIn