Το δικαστήριο των αφρόντιστων

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΙΑΚΩΒΟΣ ΣΙΑΝΟΥΔΗΣ
Bsc, ψυχοθεραπευτής|

Η ανάγκη να σχετιστώ, είναι ανάγκη που έχει συνυφανθεί μέχρι και με την έννοια της επιβίωσης. Στα πρώτα χρόνια της ζωής μας, εάν δεν σχετιστούμε επαρκώς με τους άλλους, κινδυνεύουμε έως και να πάψουμε να υπάρχουμε. Εάν αυτό συμβεί, όμως, εάν δημιουργήσουμε έστω και έναν υγιή και εμπεριεκτικό δεσμό, τότε εξαλείφεται αυτή η νοηματοδότηση και είμαστε ελεύθεροι να σχετιζόμαστε με τους άλλους από επιλογή και όχι από ανάγκη.

Αντιθέτως, εάν αυτό δεν συμβεί, τότε η σημασία αυτή παραμένει και παρεισδύει και στις μετέπειτα σχέσεις μας. Έτσι, ο κάθε επόμενος άλλος, που γίνεται σημαντικός για εμάς, αποκτά τεράστιες διαστάσεις και η συνύπαρξη μαζί του καθίσταται ζωτικής σημασίας. Ο ενδεχόμενος αποχωρισμός μας από εκείνον, δε, φαντάζει δυσβάσταχτος.

couples_1_0_0_0_0_0_1

Τον τρόπο που σχετίζομαι με τον άλλο, τον ορίζει η ιδέα που φέρω μέσα μου για το τι είναι σχέση. Και αυτή η ιδέα, που πατάει στην πρώιμη εμπειρία, έχει μεγάλες επιρροές από τον κοινωνό της• τον έρωτα. Περισσότερο από κοινωνός, όμως, ο έρωτας είναι μία αυθόρμητη απάντηση σε αυτό που ψάχνω, στο ερώτημα που με απασχολεί ασυνείδητα από το παρελθόν. Στο ποιός είμαι και στο εάν είμαι αρκετός να αγαπηθώ για αυτό που είμαι, ή πρέπει να είμαι ιδανικός για να συμβεί.

Ο έρωτας, ωστόσο, είναι μια προσωπική υπόθεση. Σπανίως αφορά τον άλλο. Για αυτό και μας απαντάει το ερώτημα μόνο για λίγο, ενώ όταν ξεθωριάζει μας αφήνει με ένα σωρό ανέκφραστα και απωθημένα συναισθήματα για την επιλογή μας, τα οποία επιχειρούμε να τακτοποιήσουμε με τη λογική. Αυτό που ερωτεύομαι σε κάποιον, είναι αυτό που λείπει από εμένα, αυτό που δεν έχω λάβει και δεν έχω καταφέρει να μου δώσω. Αυτό που θα ήθελα να είμαι και αυτό που αισθάνομαι να γίνομαι στο φως του. 

Για αυτό και στις περιόδους του έρωτα είναι συνήθεις οι φράσεις εκείνων με λιγότερο θάρρος «Ερωτεύτηκα το δυναμισμό της» ή εκείνων με χαμηλότερη πίστη στις δυνάμεις τους «Ερωτεύτηκα τη σιγουριά του» ή εκείνων με φόβους «Ερωτεύτηκα το αίσθημα ασφάλειας που μου προσφέρει». Με αυτόν τον τρόπο, όμως, ο άλλος μετατρέπεται, από σύντροφος, σε γονιό που περιμένουμε να μας φροντίσει, ενώ συγχρόνως ερχόμαστε αντιμέτωποι με το αν αυτό το αντέχουμε.

Εάν, παρόλα αυτά, δεν έχουμε γνωρίσει τη φροντίδα στα χρόνια που την είχαμε το περισσότερο ανάγκη, ο τρόπος να το αντέξουμε είναι ένας. Να μας απογοητεύσει. Σιγά-σιγά, λοιπόν, από ιδανικός γονιός, ο άλλος θα καταλήξει λίγος• ανεπαρκής. Ανεπαρκής γιατί, αφενός, ο ρόλος που του αποδίδουμε δεν του ταιριάζει, αλλά και σε εμάς η δοτικότητα είναι απειλητικά ανοίκεια δεδομένου ότι τη στερηθήκαμε.

Ως εκ τούτου, μέσα στη σχέση, καθένας αναμένει κάτι διαφορετικό από τον σύντροφό του. Όλοι όσοι στερήθηκαν, όμως, μοιάζουν να μοιράζονται ένα κοινό γνώρισμα. Θυμίζουν πολύ το παιδί που έχει σπάσει ένα βάζο. Άλλος πλησιάζει το σύντροφο και περιμένει από εκείνον να του ενώσει τα κομμάτια του βάζου και να γίνει ξανά λειτουργικό. Άλλος περιμένει ο σύντροφος να είναι δικαστής που θα σηκώσει το δάχτυλο και θα αποδώσει το δίκιο για το βάζο που θρυμματίστηκε. Άλλος ελπίζει να εμπεριέξουν τον πόνο του για τα σπασμένα κομμάτια και να αντέξουν το θρήνο του. Κι όταν αυτό δεν συμβαίνει, ή δεν συμβαίνει με τον τρόπο που αντέχουμε, αλλάζει και ο τρόπος που κοιτάμε τον συνοδοιπόρο μας. Έτσι, ο θαυμασμός για τον δυναμισμό του, μετατρέπεται σε θυμό για την ισχυρογνωμοσύνη του, η σιγουριά του, σε φόβο ότι μας ελέγχει, και η ασφάλεια που απέπνεε, σε πνίξιμο.

Μια σχέση, όμως, δεν είναι ποτέ αυτό που υπάρχει μέσα σε δύο ανθρώπους, αλλά αυτό που υπάρχει μεταξύ τους. Η σχέση είναι ένα τρίτο πρόσωπο. Ένα βρέφος που ζει, αναπνέει και χρειάζεται από εκείνους. Κι όπως κάθε νεογέννητο χρειάζεται να αισθάνεται το κέντρο του κόσμου για αυτούς που το δημιούργησαν ώστε να μπορέσει να αναπτυχθεί. Μια τέτοιου είδους σχέση, λοιπόν, λίγη σχέση έχει με τον έρωτα – που αφορά την ανάγκη μου να συμπληρώσω αυτό που μου λείπει – και πολύ με την  αποδοχή. Χρειάζεται αφοσίωση, δέσμευση και την ικανότητα να βλέπω τον άλλον μέσα από τα μάτια μου και όχι μέσα από την ανάγκη μου. Να καταλάβω ότι το αυτονόητο δεν υπάρχει και ότι εκείνο που χρειάζομαι, οφείλω να το επικοινωνήσω και δεν οφείλει να το μαντέψει ο άλλος. 

Ο σύντροφος δεν είναι εδώ για να ικανοποιήσει τις ανάγκες μου, ούτε για να με συμπληρώσει. Εξάλλου, μόνο κάποιος μίσος μπορεί να συμπληρωθεί από κάποιον άλλο. Ο σύντροφος είναι εδώ για να δημιουργήσουμε κάτι μεγαλύτερο από το άθροισμά μας. Αλλά και αυτό που χρειάζομαι εγώ μέσα από αυτή την σχέση, δεν είναι ίδιο με αυτό που χρειάζεται εκείνος. Το να φροντιστώ είναι δική μου ανάγκη για την οποία μοναδικός υπεύθυνος είμαι εγώ.

Για να φτάσει κάποιος στο σημείο να είναι ικανός να το συνειδητοποιήσει, φυσικά, χρειάζεται να του το έχουν επιτρέψει. Και για να φτάσει κάποιος στο σημείο να εξυπηρετήσει τον εαυτό του, χρειάζεται πρώτα να του έχουν δείξει το πώς, και αυτό γίνεται μόνο με ένα τρόπο. Να έχει αγαπηθεί επαρκώς στη παιδική του ηλικία. Ειδαλλιώς, θα ικανοποιεί τις ανάγκες του άλλου με κρυφό αίτημα να ικανοποιηθεί ο ίδιος και θα ονομάζει την έλλειψή του συμβιβασμό. Κανένας συμβιβασμός όμως. Ποιός είναι ο συμβιβασμός όταν δίνοντας στον άλλο, μού επιστρέφεται η χαρά και η σπουδαιότητα της προσφοράς; Ποιά είναι η παραχώρηση όσο εμπεριέχονται και οι δύο; Ποιά είναι η έκπτωση όταν είναι αμφότερη ανάγκη και των δυο να συνεχίσει να υπάρχει αυτό που έχουν; 

Όταν το καταλάβω αυτό με το συναισθηματικό μου κομμάτι, τότε είμαι ελεύθερος και να απολαύσω το δεσμό μου. Τότε έχω το προνόμιο να τον χαρώ πέρα από τα άγχη και τους φόβους που μου το απαγόρευαν. Φυσικά, αυτό δεν είναι εύκολο. Απαιτεί μεγάλη προσπάθεια καθώς το μαθημένο μας είναι να καταφεύγουμε στη λογική για να καθησυχάσουμε αυτό που δεν παίρνουμε, ωσάν η σχέση να είναι το δικαστήριο των ανικανοποίητων αναγκών. Το δικαστήριο των αφρόντιστων.

Μέσα σε όλα αυτά, ερχόμαστε συχνά αντιμέτωποι με το τι ευθύνεται για το ότι ματαιωνόμαστε, για το ότι ο συνοδοιπόρος μας δεν μας φροντίζει όπως πρέπει να κάνει. Γιατί δεν μας δίνει αυτό που μας λείπει κι ας είναι πάνω από τις δυνάμεις του, κι ας μην του το ζητάμε. Και συχνά, η απάντησή είναι ότι φταίει ο έρωτας που πέρασε και προσπαθούμε να αναζωπυρώσουμε την φλόγα ώστε να ζεσταθούν προσωρινά όσα δεν τολμάμε να ζεστάνουμε οι ίδιοι.

Ο έρωτας, όμως, δεν είναι εκεί για να μας φροντίζει δια πάντως γιατί ως φλόγα, μοιραία, ή θα σβήσει ή θα κάψουμε όλο το δάσος της ψυχής μας στην προσπάθεια να την κρατήσουμε αναμμένη. Δεν είναι εκεί για να μας δώσει εφάπαξ αυτό που δεν πήραμε. Δεν είναι εκεί για να εξυπηρετήσει όλα τα συναισθήματα που δεν ευοδώθηκαν δια παντός, και να λύσει τις συγκρούσεις μας. 

Ο έρωτας έχει μία και μοναδική ιδιότητα. Μας γυρνάει στο σημείο εκείνο της παιδικής μας ηλικίας που έχουμε πληγωθεί, με την ελπίδα να δώσουμε ένα καλύτερο τέλος στο τραύμα μας αφού φύγει. Ο έρωτας, λοιπόν, είναι το περισσότερο χρήσιμος όταν φεύγει γιατί μας επιτρέπει να αναλάβουμε την ευθύνη του εαυτού και των συναισθημάτων μας. Η σχέση, όμως, που απομένει, έχει πολλές ιδιότητες, εν αντιθέσει. Και η πολυτιμότερη όλων είναι η ευκαιρία να σχετιστώ με τον άλλον, όχι μέσα από αυτό που μου λείπει, αλλά από αυτό που μου περισσεύει…

Facebook Twitter Google+ LinkedIn