Το κόστος της εξιδανίκευσης

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΙΑΚΩΒΟΣ ΣΙΑΝΟΥΔΗΣ
Ψυχολόγος-Συνθετικός Ψυχοθεραπευτής, Συγγραφέας|

 

Καθώς ερχόμαστε σ’ αυτό τον κόσμο, καλούμαστε να αντέξουμε την ιδέα ότι για να επιβιώσουμε, χρειάζεται να εξαρτήσουμε τις ευάλωτες πλευρές μας στους άλλους. Να ακουμπήσουμε τον εαυτό μας να τον φροντίσουν, έως ότου μάθουμε να το κάνουμε οι ίδιοι για εμάς.

278601944_1272873999785134_2216438924469184323_n

Έχοντας μάθει από την κοιλιά να εκμαιεύουμε αυτό που χρειαζόμαστε απλώς και μόνο επειδή το επιθυμούσαμε, δεν χρειάστηκε ποτέ μέχρι τώρα να αναπτύξουμε τα εργαλεία να πραγματοποιούμε τις ανάγκες μας, κι αυτό τις κάνει να φαντάζουν θεόρατες. Για να γλιτώσουμε από το «βάρος» τους, τις καταθέτουμε σε κάποιον άλλον, ικανότερο από εμάς, να τις βαστήξει. Μαζί μ’ αυτές, καταθέτουμε και την αίσθηση του ποιοι είμαστε, τα πολύτιμα στοιχεία μας, την αυτοεκτίμησή μας. Είναι στα χέρια του. «Μοιραία», λοιπόν, αυτά τα χέρια θα εξιδανικευτούν.

Ένα νήπιο ή ένα παιδί δεν έχει στη διάθεσή του τα ίδια εργαλεία που έχει ένας ενήλικας για να επιβιώσει, ούτε μπορεί να ολοκληρώσει την αίσθηση του εαυτού του, και να καταλάβει ότι οι ευάλωτες πλευρές του δεν είναι ανυπόφορες, χωρίς να τις περάσει μέσα από κάποιον άλλο πρώτα. Γι’ αυτό και ο γονιός χρειάζεται να είναι συμφιλιωμένος με τις προϋποθέσεις του έργου του. Να θυμάται ότι τα ιδανικά στοιχεία που βλέπουν σ’ εκείνον, δεν του ανήκουν, αλλά ανήκουν στην ανάγκη του παιδιού να νιώθει ασφάλεια δίπλα του. Μόνο έτσι θα μάθει στο παιδί ότι η εξάρτηση δεν σημαίνει ότι μας λείπει κάτι που δεν θα έπρεπε, αλλά σηματοδοτεί την έννοια της συμπληρωματικότητας που ανοίγει τον δρόμο να συνδεθούμε με τους άλλους.

Η αίσθηση, λοιπόν, ότι το περιβάλλον μας είναι ιδανικό, χρειάζεται να είναι προσωρινή και να συνοδεύεται από την διάθεσή του να αποποιηθεί το μεθυστικό της «άρωμα». Μην ξεχνάμε. Το παιδί «δανείζει» την αυτοεκτίμησή του, δεν την χαρίζει, και την ζητάει σταδιακά πίσω μέσα από την απόπειρά του να το θαυμάσουν για τα μικρά του επιτεύγματα και τον σεβασμό στους ιδιαίτερους φόβους του έως ότου πειστεί ότι οι άλλοι, οι ικανότεροι άλλοι, βλέπουν κάτι δικό τους μέσα του που του υποδηλώνει ότι ανήκει δίπλα τους ισότιμα. Ειδάλλως, ληστεύεται από την αξία του και στην θέση της βάζει την χρησιμότητα και την ενοχή.

Παρατείνει την εξιδανίκευση τους με το να απορροφά τις ραγισμένες τους όψεις, μέσα από το «κάτι έχω κάνει εγώ και φταίω…» και συνεχίζει να την υπηρετεί για χρόνια εις βάρος του εαυτού του.

«Εγώ φταίω που χωρίζουν οι γονείς μου…» μου είπε κάποτε ένας έφηβος. Τον ρώτησα πώς μπορεί να φταίει και μου απάντησε «Αφού εκείνοι δεν φταίνε ποτέ για τίποτα…».

Αυτό είναι το αποτέλεσμα της παντοδύναμης εξιδανίκευσης όταν κατευθύνεται σε κάποιον που ως παιδί λήστεψαν και τον ίδιο από τον σεβασμό και την εκτίμηση που του αναλογούσε. Όταν κάποιος γίνεται γονιός, έχει μία δεύτερη ευκαιρία σ’ αυτό, παρά το ότι αυτή η ευκαιρία δεν είναι δική του. Αν δεν είχε ποτέ τον θαυμασμό ως παιδί, παρά τις προσπάθειές του, αν δεν αντιμετωπίστηκε με την ευαισθησία που δικαιούται κάθε ύπαρξη, τώρα τον έχει χωρίς να χρειάζεται να προσπαθήσει ιδιαίτερα.

Τα μάτια ενός παιδιού σε ακολουθούν όλο λαχτάρα και κρέμονται από τα χείλη σου για ένα χαμόγελο… Σου καθρεφτίζουν σπουδαιότητα και άνευ όρων αγάπη… Εύκολα, λοιπόν, μπορείς να το δεσμεύσεις στον ρόλο του ιδανικού γονιού που δεν είχες. Το παιδί, άλλωστε, σε αποδέχεται όπως κι αν είσαι. Αυτό του προστάζει η ευάλωτη φύση του. «Ο γονιός έχει πάντα δίκιο…» του λέει. Για αυτό και ένα παιδί, μπορεί να μην το αγαπήσεις, αλλά δεν θα σταματήσει να σε αγαπάει. Τον εαυτό του θα σταματήσει να αγαπά. Μπορεί να μην το αποδεχτείς, αλλά εκείνο δεν θα σταματήσει να σε αποδέχεται. Τον εαυτό του θα σταματήσει να αποδέχεται. Μπορεί να μην το εκτιμήσεις κι εκείνο να συνεχίσει να σε εκτιμά. Μόνο που δεν θα εκτιμά πια τον εαυτό του.

Η εξιδανίκευση, όμως, δεν προέρχεται από κάποιο «άφθονο» μέρος του παιδικού εαυτού. Είναι ο παιδικός εαυτός. Τα πολύτιμα στοιχεία του που καταθέτει στους γονείς του μέχρι να του τα βεβαιώσουν και να του τα επιστρέψουν. Αλλιώς, η αξία του μένει ενέχυρο σ’ αυτούς για να ανήκει δίπλα τους. Γίνεται αξία με όρους. Του λέει ότι, «αν είσαι καλό παιδί, και με ικανοποιείς, θα αγαπιέσαι…» και ο εαυτός μεγαλώνει μ’ αυτή την πεποίθηση. Γίνεται καλός, δοτικός και φροντιστικός ακόμα κι αν οι άλλοι δεν είναι. Αντί, όμως, να απογοητευτεί από εκείνους, απογοητεύεται από τον ίδιο. «Εγώ δεν είμαι αρκετά καλός…» λέει, γιατί έμαθε να διαθέτει την αξία του ακόμα κι εκεί που την εκμεταλλεύονται για να συμπληρώνουν τη δική τους.

Η πραγματική ενηλικίωση έρχεται όταν σταματήσουμε να εξιδανικεύουμε τους άλλους και τους κοιτάξουμε για αυτό που είναι. Όχι μέσα από την αξία που τους αποδώσαμε και έπειτα τους είδαμε να «λάμπουν» από αυτή. Έρχεται μέσα από την αποποίηση της παντοδύναμης ενοχής που δεσμεύει τον εαυτό στην υπηρεσία καταστάσεων που υποτιμούν την σημασία του. Εκεί κόβεται ένας «ομφάλιος λώρος» ο οποίος από μέσο επιβίωσης κάποτε, κατέληξε αλυσίδα.

Facebook Twitter Google+ LinkedIn