Το οιδιπόδειο σύμπλεγμα

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΙΑΚΩΒΟΣ ΣΙΑΝΟΥΔΗΣ
Bsc Ψυχολογίας, Συνθετικός Ψυχοθεραπευτής-Συγγραφέας|

Θυμάμαι ακόμα εκείνον τον θεραπευόμενο που μου είπε στην πρώτη συνάντηση «δεν πιστεύω να με βγάλεις ερωτευμένο με την μάνα μου και αυτά τα ψυχολογίστικα που λέτε εσείς…»

db28c350b3938a8c9d7ddfed0e4ccb24

Καταρχάς, οφείλουμε να ξεκινήσουμε με έναν σημαντικό διαχωρισμό. Είναι ένα πράγμα να επιθυμείς να έχεις, και ένα άλλο να επιθυμείς να είσαι. Εάν αυτός ο διαχωρισμός επιτευχθεί στον ψυχισμό του παιδιού, τότε είναι ελεύθερο να αγαπά εκείνη που του έμαθε την αγάπη και να γίνει εκείνος που θα μπορούσε να αγαπηθεί από κάποια σαν κι αυτή. Αποφάσισα να ξεκινήσω έτσι, γιατί αυτό ακριβώς κάνει και το οιδιπόδειο. Διαχωρίζει. Την επιθυμία, από την ταύτιση με την επιθυμία. Για ένα παιδί, ο γονιός που του πρωτοδίνει αγάπη, η μάνα, αποτελεί το αντικείμενο επιθυμίας, που το παιδί λαχταρά να κατακτήσει, και ο γονιός που το γλιτώνει από αυτό το καταδικαστικό εγχείρημα, το αντικείμενο ταύτισης, που ταυτίζει την επιθυμία για εκείνη με την επιθυμία για τον κόσμο και το περιεχόμενό του. Γράφω καταδικαστική γιατί αν το παιδί δεν «αποτύχει» να το κάνει, θα ανταλλάξει όλη την ενήλικη ζωή του για ένα ατέρμονο κυνήγι.

Για ένα παιδί, η μητέρα αποτελεί τα πάντα. Ένα άφθονο πλάσμα, ικανό να μαντεύει τι χρειάζεται ο εαυτός, προτού το καταλάβει και ο ίδιος. Πώς θα μπορούσε να μην το κάνει. άλλωστε; Η μητέρα δίνει νόημα στο κλάμα του ξεχωρίζοντας πότε πεινάει ή βαριέται, νυστάζει ή νιώθει εκνευρισμό. Το στήθος της, η μυρωδιά και η αγκαλιά της είναι πάντοτε διαθέσιμα σε εκείνο να το γλιτώνουν από το άγχος που νιώθει ένας οργανισμός που δεν μπορεί να εξυπηρετήσει ούτε τον ίδιο του τον εαυτό. Για να ασχολείται, λοιπόν, ένα τόσο ιδανικό πλάσμα μαζί του, σημαίνει ότι το παιδί είναι μοναδικό – τουλάχιστον, αυτό πιστεύει.

Μεγαλώνοντας, όμως, σε νήπιο και παιδί (για την ακρίβεια, πολύ νωρίτερα από αυτό) αντιλαμβάνεται ότι δεν χαμογελάει μόνο σε εκείνο, αλλά και σε κάποιον άλλο. Ποιος μπορεί να είναι αυτός, άραγε που κάνει τα χείλη της να κυρτώνουν με τον ίδιο τρόπο; Αυτή η στιγμή, αποτελεί το πρώτο και μεγαλύτερο ναρκισσιστικό τραύμα για έναν οργανισμό. Την συνειδητοποίηση ότι δεν είναι μοναδικός στο σύμπαν που λέγεται μητέρα, μα ότι περιλαμβάνει κι άλλα πρόσωπα στα οποία η μητέρα χαρίζει την αγάπη και τη φροντίδα της. Καθώς η μάνα ήταν το κέντρο του κόσμου όλο αυτό το διάστημα για εκείνο, το παιδί υπέθετε ότι και εκείνο ήταν το δικό της κέντρο. Μία τέτοια συνειδητοποίηση, λοιπόν, αναπόφευκτα, ξυπνάει επιθετικά συναισθήματα, ιδιαίτερα σε έναν τόσο πρώιμο ψυχισμό. Το παιδί βιώνει την κατάρρευση της αυταπάτης του μέσα από την «προδοσία» της μητέρας.

Η επιθετικότητα του ματαιωμένου παιδιού, στρέφεται εναντίον αυτού που το παιδί εισπράττει ως αντικείμενο επιθυμίας της μητέρας. Τον πατέρα. Ο παιδικός εαυτός επιχειρεί να αρνηθεί την απογοήτευση με το να αναζητήσει τον λόγο που η μάνα το «κορόιδεψε» σε κάποιον άλλο, ώστε να γλιτώσει από την επίπονη επεξεργασία της. Ο πατέρας, ωστόσο, χρειάζεται να βρίσκεται εκεί για να το οδηγήσει στην έξοδο από το πρόβλημά του, δείχνοντάς του ότι δεν υπολείπεται, μέσα από έναν συμβολισμό. Ο κόσμος είναι ένα τεράστιο σώμα όπου μπορείς να εξερευνήσεις όλες τις «περιοχές» του. Καμία τέτοια «μετακίνηση», βέβαια, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αν η επιθετικότητα κυριαρχήσει. Η δύναμη των «επιθέσεων» του παιδιού, χρειάζεται να διαψεύδεται από την αντοχή των αντικειμένων αγάπης του. Όταν η πραγματικότητα αμφισβητεί την παντοδυναμία της, τότε το παιδί μαθαίνει να ευγνωμονεί τα πρόσωπα που το γλιτώνουν από την πύρινη αίσθησή της και βρίσκει το κουράγιο να επανορθώσει.

Όπως η μητέρα «ευθυνόταν» για την ψευδαίσθηση της μοναδικότητάς του, έτσι και ο πατέρας ευθύνεται να το σώσει από την κατάρρευσή της. Ο πατέρας, συνεπώς, δεν το ευνουχίζει, αν μιλήσω φροϋδικά, αλλά το σώζει από το να νιώσει ευνουχισμένο. Το γλιτώνει από τον μάταιο έρωτά του. Πρακτικά, το κάνει όταν δείχνει στο παιδί ότι δεν στερείται ικανοτήτων αν επιλέξει να στραφεί στον έξω κόσμο. Δεν υπάρχει ματαίωση, του λέει, όταν υπάρχουν τόσα πρόσωπα που περιμένουν να σε γνωρίσουν.

Το οιδιπόδειο, εν τέλει, επιλύεται μέσα από μία «γλυκιά απογοήτευση». Την κατάρρευση της μοναδικότητας του εαυτού για το πρόσωπο που λέγεται μητέρα και της μετατροπής του θυμού του για την «απάτη» της σε κινητήριο δύναμη να απομακρυνθεί και να ξεκινήσει την ισόβια αναζήτησή του για κάποιο άλλο, στην θέση της, που θα το δέχεται τόσο ως παιδί, όσο και ως ενήλικα. Υποστήριξη σε όλο αυτό προσφέρει ο πατέρας. Ο ρόλος του είναι να το βοηθήσει να εκτρέψει τα ένστικτά του κάπου όπου τα αποδέχονται και με άλλους τρόπους.

Η όλη ουσία στο οιδιπόδειο, λοιπόν, είναι να επιτραπεί στο παιδί να κατακτήσει το αντικείμενο επιθυμίας του, χωρίς να κινδυνέψει από το να γίνει πραγματικότητα αυτό. Εννοώ, ότι αυτή η κατάκτηση χρειάζεται να αποκτήσει συμβολικό χαρακτήρα μέσα από το να μετουσιωθεί, από περιέργεια για το περιεχόμενο του σώματός της, σε περιέργεια για τον έξω κόσμο και το δικό του περιεχόμενο δίχως την ενοχή αυτής της ανταλλαγής.
Εξίσου επικίνδυνο, βέβαια, θα ήταν να αφεθεί ανεξέλεγκτη. Το παιδί θα παγιδευόταν στον έρωτά του για την μητέρα και δεν θα μπορούσε να απολαύσει τον κόσμο και τα οφέλη του αφού θα είχε κατακτήσει το «δέντρο με όλους τους καρπούς». Και εκεί ο πατέρας χρειάζεται να παρέμβει, υπενθυμίζοντας την ύπαρξή του και προστατεύοντας το παιδί από τον εαυτό του.

Φυσικά, μία τέτοια μετακίνηση δεν είναι εύκολη. Ενέχει μεγάλη αμφιθυμία. Το παιδί αγαπά την μάνα, βολεύεται σε αυτήν, και θυμώνει με τον πατέρα που το παίρνει από την αγκαλιά της. Σταδιακά, όμως, ανακαλύπτει ότι δεν είναι τόσο κακό αυτό. Ο πατέρας το βγάζει από το σπίτι, του γνωρίζει κι άλλους ανθρώπους, του μαθαίνει ποδήλατο. Το παιδί αντλεί χαρά από αυτό. Τώρα, όμως, νιώθει ενοχές προς την μητέρα που την αφήνει. Φοβάται ότι θα χάσει την αγάπη της και θυμώνει με τον πατέρα που το έβαλε σε αυτό το δίλημμα. Ο θυμός του, παρόλα αυτά, μαλακώνει από τον καλό τρόπο που τον υποδέχεται εκείνος. Εν τέλει, και αφού επιβεβαιώσει ότι το να αντλεί χαρά από τον πατέρα του δεν την βλάπτει με κάποιο τρόπο (ο πατέρας χρειάζεται να είναι καλός μαζί της, να την εκτιμά), η ενοχή εγκαταλείπεται.

Τόση ώρα μιλάω για παιδί, και όχι για αγόρι ή κορίτσι, κι αυτό γιατί το οιδιπόδειο λίγο έχει να κάνει με τον σεξουαλικό προσανατολισμό ενός ανθρώπου, μα πολύ με την ικανότητά του να βγει από την αρχική δυαδική σχέση με την μητέρα και να διαθέσει τον ερωτισμό του απενοχοποιημένα σε αυτούς που θα επιλέξει (ο πατέρας συμβολίζει την πόρτα για τον κόσμο).

Κάποτε, ένα έφηβο αγόρι μου είχε πει κλαίγοντας, επάνω σε μία ερωτική απογοήτευση που βίωνε εκείνο το διάστημα στην θεραπεία «αν δεν με θέλει εκείνη μία, δεν την θέλω εγώ χίλιες» νιώθοντας ανεπαρκές που δεν κατάφερε να την κατακτήσει. Το οιδιπόδειο επιλύεται όταν αυτή η φράση μετατραπεί σε «αν δεν με θέλει εκείνη η μία, υπάρχουν χίλιες που θα με θέλουν»

Facebook Twitter Google+ LinkedIn