Το παιδί που ζούσε μέσα μας το αφήσαμε να χαθεί…

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΒΑΛΑΝΤΗΣ ΓΑΟΥΤΣΗΣ
Συνθέτης-Στιχουργός|

8355053291_eb85742e7a_b

Ήταν Νοέμβρης.
Έβρεχε.
Κάθισα στο ξύλινο πάτωμα, στο σημείο που ήταν περισσότερο γδαρμένο. Έτυχε να ήταν κοντά στο τζάμι που κοίταζε έξω, στο δρόμο. Τα σημάδια έδειχναν να βρίσκονται χρόνια εκεί. Το πρώτο που σκέφτηκα, ήταν πως κάποιος μπορεί να δοκίμαζε σάλτα από απόσταση. Ακούμπησα το κεφάλι μου στο τζάμι, όπως ακουμπά το φθινόπωρο στο χειμώνα. Άκουγα τη βροχή. Άκουγα κι ένιωθα κάθε ξύλινη επένδυση στο σπίτι να συστέλλεται και να διαστέλλεται. Ο καθένας συμμετέχει με τον τρόπο του σε κάτι που προσμένει, αρκεί να μην το προσμένει μονάχος του. Μάλλον για παρέα του το σπίτι βρήκε εμένα εκείνη τη στιγμή.
Γύρισα και κοίταξα το δωμάτιό μου στο οποίο μέσα μεγάλωσα. Ακούω βήματα γρήγορα και άτσαλα. Όχι μεγάλων ποδιών. Ακούγονταν παπούτσια με κούμπωμα, παιδικά. Δεν έβλεπα κάποιον.
Τρομοκρατήθηκα.
Έπειτα κοίταξα ψηλά.
Υπήρχαν στην κορυφή μιας βιβλιοθήκης κάποιοι θησαυροί μου ερωτευμένοι. Πολύ ερωτευμένοι.
Βρίσκονταν μέσα σε ένα κουτί ερωτευμένο. Πολύ ερωτευμένο.
Ήθελα να το ανοίξω ξανά μετά από καιρό.
Τρομοκρατήθηκα.
Πέρασε η ώρα.
Κοίταξα έξω, και ήταν Δεκέμβρης.
Κοίταξα μέσα μου, και ήταν έτος. Κάποιο περασμένο.
Μετά κοίταξα δεξιά και χαμηλότερα. Υπήρχε μια φωτογραφία μου παιδική. Πολύ παιδική. Την κράτησα στα χέρια μου. Την κοίταζα και ένιωθα πως δεν την είχα ξαναδεί. Φαίνεται δεν είναι οι άνθρωποι που αλλάζουν τελικά. Χρήσιμοι οι καθρέφτες, μα καταδικασμένοι πάντα στο να τα δείχνουν όλα λάθος. Κοίταζα τη φωτογραφία και έκλαιγα.
Έκλαψα πολύ, και με λυγμούς.
Εκείνη τη στιγμή άκουσα τους γονείς μου αναστατωμένους, να ανοιγοκλείνουν τις πόρτες κοιτάζοντας μέσα. Απογοητευμένοι κάθε φορά έκλειναν την κάθε πόρτα δυνατά πίσω τους. Κάποια στιγμή άνοιξαν και τη δική μου. Κοίταξαν παντού, και απογοητευμένοι την έκλεισαν. Εκείνο το παιδάκι στη φωτογραφία είχε χαθεί.
Έκλαιγα συνεχώς-με λυγμούς.
Τρομοκρατήθηκα.
Το παιδάκι της φωτογραφίας είχε χαθεί.
Κάποια στιγμή οι γονείς μου σταμάτησαν. Τότε άκουσα τις αναμνήσεις, τους φίλους και τους έρωτες μου αναστατωμένους, να ψάχνουν. Να ανοιγοκλείνουν τις πόρτες και να τις σπάνε. Να φωνάζουν. Να ψάχνουν απεγνωσμένα. Να τους ακούω, και με κλαμένα κλειστά μάτια να μην μπορώ να αναπνεύσω καλά απ΄ το κλάμα.
Κοίταξα έξω.
Έβρεχε.
Το τζάμι ήταν κρύο. Δεν μπόρεσα τόση ώρα ακουμπώντας πάνω του να το ζεστάνω. Τότε κατάλαβα πως δεν μπορούσα να ζεστάνω ούτε τους ανθρώπους πια.
Εκείνο το παιδάκι χάθηκε.
Ξαναβάζω τα κλάματα.
Ακούω βήματα και τρεχάλα. Πάλι κάποιος αναστατωμένος τρέχει μέσα στο σπίτι ψάχνοντας. Δεν αντέχω πια το θόρυβο.
Κλαίγοντας, φώναξα “ποτέ ξανά! ποτέ ξανά!”.
Μπαμ και μπουμ οι πόρτες. Μεγαλύτερη αναστάτωση. Ανοίγει με δύναμη κι η δική μου. Βλέπω μπροστά μου το παιδάκι που χάθηκε. Έτρεχε μετά μανίας να με βρει. Στέκεται στην πόρτα και με κοιτάζει. Κλαίγοντας έτρεξα στην αγκαλιά του γιατί εκείνο μπορούσε ακόμα να με δει. Με συγχώρεσε που το απογοήτευσα, μα θα θυμάται για πάντα το λόγο.
Η παιδικότητα χάνεται, με την άρνηση του να πιστέψουμε κάτι, ή σε κάτι.
Δυστυχώς η παιδικότητα είναι κάτι που μας το παίρνουν.
Παιδάκι είναι κι αυτή. Της είναι εύκολο να παρασυρθεί και να χαθεί.
Το κακό είναι πως τους αφήνουμε να μας το πάρουν.
Κοίταξα έξω και ήταν Νοέμβρης.
Το τζάμι που ακουμπούσα ζεστάθηκε.
Έπρεπε κάπως να κρατήσω παρέα στη βροχή.

Πηγή: www.anapnoes.gr

Facebook Twitter Google+ LinkedIn