Το πνεύμα στο λυχνάρι

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΙΑΚΩΒΟΣ ΣΙΑΝΟΥΔΗΣ
Bsc Ψυχολογίας, Ψυχοθεραπευτής-Συγγραφέας|

Αυτό που ορίζει τη θέση μας στον κόσμο, αυτό που ορίζει τη διάθεσή μας για ζωή, το αν είμαστε χαρούμενοι, ευτυχισμένοι, ή όχι, είναι η θέση που είχαμε τα πρώτα χρόνια της ζωής μας μέσα στις πρώτες μας σχέσεις. Κι αν αυτή η θέση ήταν μια άνετη πολυθρόνα, όπου μας επιτρεπόταν να καθίσουμε με όποιο τρόπο θέλαμε – κουλουριαστά, οκλαδόν με τα πόδια επάνω ή και ανάποδα – τότε θα αισθανόμασταν μεγάλη άνεση στην μετέπειτα ζωή μας. Εάν αυτή η θέση, όμως, ήταν μια σειρά από οδύνες, τότε η ζωή μας όλη θα μέλλει να είναι ένας αγώνας να βολευτούμε σε ένα κάθισμα το οποίο δεν μας χωράει με όποιον τρόπο κι αν το προσπαθήσουμε.

Οι οδύνες αυτές συνήθως έχουν να κάνουν με την παρεμπόδιση του αυτοπροσδιορισμού μας ο οποίος συχνά μπορεί να έρχεται σε αντίθεση με την διανομή των ρόλων σε ένα οικογενειακό σύστημα.

Και η αιτία που επιτρέπει σε αυτό να συμβαίνει είναι το ότι ο αυτοπροσδιορισμός δεν υπάρχει ακριβώς. Δεν υπάρχει γιατί δεν γίνεται να υπάρξει το Εγώ έξω από το Εμείς. Απλά, όταν μιλάμε για αυτοπροσδιορισμό, μιλάμε για την εκπλήρωση της ανάγκης να γίνουμε αποδεκτοί από το Εμείς χωρίς όρους που θα εξοστρακίσουν κάθε στοιχείο που αυθόρμητα συστάθηκε στον χαρακτήρα μας.

Ακούω συχνά, οι γονείς μου είναι αδύναμοι. Ή η μητέρα μου είναι θύμα, εγώ είμαι η δυνατή που οφείλω να την προστατέψω από τον πατέρα μου. Όμως ποιος είναι πραγματικά ο δυνατός εδώ; Εκείνος που αναλαμβάνει τον ρόλο του προστάτη ή εκείνος που τον οδηγεί να τον αναλάβει;

100-DIY-5D-Diamond-Mosaic-magic-lamp-Diamond-Painting-Cross-Stitch-Kits-Diamond-Embroidery-night-scenery

Θυμίζει πολύ την ιστορία με το πνεύμα που ζει παγιδευμένο μέσα στο λυχνάρι. Αυτό το παντοδύναμο πνεύμα που μπορεί να κάνει τα πάντα, αλλά στην πραγματικότητα, αυτός που το χειρίζεται, ο πραγματικά δυνατός, είναι ο άνθρωπος που κρατάει το λυχνάρι στο χέρι του.

Και το πνεύμα συνεχίζει να τον υπηρετεί, ελπίζοντας ότι μία από τις ευχές εκείνου που κρατάει το λυχνάρι, θα είναι να ελευθερωθεί. Όμως, πώς θα μπορούσε ποτέ να προκύψει η ελευθερία μέσα από μια εξαρτημένη σχέση; Ο αδύναμος εδώ, λοιπόν, δεν είναι ο άνθρωπος γιατί ο άνθρωπος ελέγχει. Το πνεύμα είναι, που ζει παγιδευμένο.

Το χέρι είναι το δυνατό. Και το εύθραυστο χέρι ακόμα πιο δυνατό. Το θύμα χαίρει παντοδυναμίας. Όσο πιο γρήγορα το καταλάβω, όσο πιο γρήγορα παραμερίσω την ενοχή της ευθραυστότητας, τόσο πιο ελεύθερος θα είμαι να ξαναγίνω το παιδί και εκείνος ο γονιός.

Γιατί κάτω από την ενοχή μου, βρίσκεται η ανάγκη μου να παλινορθώσω τη φιγούρα του γονιού στο σημείο που την χρειάζομαι. Να τον αισθανθώ δυνατό, ώστε να νιώσω οτι προστατεύομαι. Όμως, όσο διατηρώ αυτή την προσδοκία, τόσο την υπηρετώ, και μαζί μ’αυτή υπηρετώ την ίδια την κατάσταση που με βλάπτει. Όσο δεν αλλάζω εγώ, τόσο δεν έχει λόγο κι ο άλλος να μετακινηθεί από τη θέση του.

Κι είναι η αντίσταση του παιδιού τόσο μεγάλη – του παιδιού – να ξεριζώσει το γονιό από μέσα του που, κάθε τι που δεν θα προσεγγιστεί με την μεγαλύτερη προσοχή, είναι δομικά απειλητικό για τη σχέση με τον εαυτό. Για αυτό και στην θεραπεία ποτέ δεν τον ξεριζώνουμε. Τον συμπληρώνουμε. Κόβουμε τα αγκάθια που τον κάνουν αιχμηρό, καθαρίζουμε τα ξερόκλαδα που τον έκαναν δυσπρόσιτο και συμπληρώνουμε χώμα, νερό και ήλιο.

Χρειάζεται τρυφερότητα και χειρουργική ακρίβεια για να αφαιρεθεί ο ρόλος, η ταμπέλα, από επάνω μας. Τρόπος λεπτός που δεν θα βλάψει καμία από τις ζωτικές σχέσεις που συνθέτουν τον κοινωνικό ιστό ενός ανθρώπου.

Όσο αυτό δεν συμβαίνει – στην παραπάνω ή σε όποια άλλη περίπτωση – και ανακυκλώνω την παιδική μου οδύνη, τόσο δυστυχώ και αδυνατώ να το γνωρίζω. Κι όσο δυστυχώ, μοναδικό πόθο έχω να γνωρίσω εκείνον τον ένα που θα με βγάλει από τη δυστυχία μου. Εκείνον που θα με κάνει να νιώσω κάτι άλλο από αυτό που είμαι. Όσο δεν καταφέρνω να αισθανθώ ευτυχία ως αυτόνομη μονάδα, τόσο ζητώ τη συγχώνευση• τόσο ζητώ τον έρωτα.

Ο έρωτας βέβαια, είναι προσωπική υπόθεση. Αφορά μονάχα εκείνον που τον αισθάνεται. Ενίοτε, δεν απαιτεί ούτε την παρουσία του άλλου κι αυτό γιατί δεν λαμβάνει χώρα μεταξύ δύο, αλλά μεταξύ ενός και της φαντασίας του. Και όσο μεγαλύτερη η απογοήτευση που έχω βιώσει, όσο μικρότερη η ευτυχία που έχω γευτεί, τόσο μεγαλύτερη η ανάγκη μου να ερωτευτώ. Στις περιπτώσεις, δε, του παράφορου έρωτα που οδηγεί τυφλά το κορμί, κρύβεται ο μεγαλύτερος φόβος να γνωριστώ βαθιά με τον άλλον.

Όπως και η ίδια η ανάγκη να παραμένουμε ερωτευμένοι πάση θυσία, είναι συνυφασμένη με τον φόβο του να σχετιστούμε. Ο έρωτας, κουβαλώντας την εξιδανίκευση, πάντα ανάγει τον άλλο σε κάτι άλλο από αυτό που είναι. Σε κάτι ανώτερο ή μακρινό. Και από αυτή την ασφαλή απόσταση είμαστε ελεύθεροι να έχουμε για τον άλλον την ιδέα που χρειαζόμαστε. Είμαστε ελεύθεροι να τον θεωρούμε αυτό που έχουμε ανάγκη, όσο την περπατάμε και πλησιαζόμαστε.

Μόλις, λοιπόν, εξαντλήσουμε αυτή την απόσταση, μόλις την περπατήσουμε και εξέλθουμε του έρωτος, τότε θα απομείνουμε με τον πραγματικό άλλον, για τον οποίο το ενδιαφέρον μας θα είναι όσο το ενδιαφέρον μας για εμάς τους ίδιους. Τα συναισθήματά μας θα είναι όσα και για εμάς τους ίδιους. Η σχέση μαζί του, η υπομονή, η κατανόηση, θα είναι όπως η σχέση με τον εαυτό μας. Μικρή έως ανύπαρκτη.

Εκεί, θα αντικρίσουμε το ίδιο κενό που πασχίζαμε να καλύψουμε με την ιδέα του έρωτα και αυτό, για πολλούς, είναι κατακερματιστικό. Για αυτό και πολλοί, ασυνείδητα, κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους ώστε να χωρίσουν μόλις ο έρωτας ξεφτίσει. Και για αυτό, από την άλλη, όσοι είναι ευτυχισμένοι με τον εαυτό τους, παραμένουν και ευτυχισμένοι σύντροφοι ακόμα και στην απουσία του έρωτα.

Γιατί οι ευτυχισμένοι σχετίζονται με την πραγματικότητα. Και μέσα σ’αυτή την πραγματικότητα, χωρούν δύο. Κι ας έχει η πραγματικότητα ματαιώσεις, πίκρα ή βάσανα. Σκοπός δεν είναι να καταργηθεί ο πόνος, όπως πολύ επιχειρούν να καταργήσουν μέσα από την παντοδυναμία που προσφέρει το συναίσθημα του έρωτα, αλλά να μετατραπεί σε εποικοδομητική εμπειρία. Να νοηματοδοτηθεί ώστε να είναι κομμάτι της ζωής που δεν κατακυριεύει, αλλά βιώνεται όπως όλα τα υπόλοιπα συναισθήματα με ασφάλεια, και διδάσκει. Μας μαθαίνει κάτι. Κάτι για εμάς που συνειδητά αγνοούσαμε, αλλά ασυνείδητα αισθανόμασταν.

Και αυτός είναι και ο βασικός σκοπός στη θεραπεία. Το ασυνείδητο να γίνει συνειδητό. Να σταματήσω απλά να υπάρχω μέσα στη ζωή μου και να αρχίσω να δρώ. Να αποφασίζω για μένα. Να καταλαβαίνω το γιατί. Το πιο σημαντικό πράγμα. Πιο σημαντικό κι από την ανάγκη να προχωρήσω μπροστά ή τον φόβο μην γυρίσω πίσω. Πιο σημαντικό γιατί, σε κάθε περίπτωση, εάν το γιατί έχει γίνει κατανοητό, δεν πληγώνομαι. Δεν πληγώνομαι γιατί γνωρίζω που θα με οδηγήσει η επιλογή μου και αναλαμβάνω την ευθύνη που μπορεί να έχει με ευλάβεια και όχι με τιμωρία.

Αναλαμβάνω την ευθύνη του να είμαι ελεύθερος να αποφασίσω, να ευτυχίσω, να χαρώ, να λυπηθώ, να πληγωθώ, να μετανιώσω. Αναλαμβάνω την ευθύνη να ζήσω ελεύθερος από την ανυπόφορη συνθήκη του να πρέπει να είμαι πάντα και μόνιμα ευτυχισμένος. Αναλαμβάνω την ευθύνη να σταματήσω να ζω στις άμυνές μου και να αρχίσω να αντλώ χαρά μέσα στις αλληλεπιδράσεις μου με τους άλλους.

Η πραγματική ζωή είναι στην ανάληψη της ευθύνης χωρίς ντροπή. Όταν καταλάβω ότι δεν υπάρχει φταίω και τιμωρούμαι, αλλά υπάρχει ευθύνομαι και αναλαμβάνω να επανορθώσω. Εάν αφαιρέσω την ενοχή από την ευθύνη, δεν θα φοβάμαι, πλέον, να την αναλάβω. Και όσο δεν θα φοβάμαι, τόσο θα ζω ολοένα και πιο ελεύθερος. Ελεύθερος από εσωτερικά δεσμά, ελεύθερος από τις παιδικές μου αλυσίδες, ελεύθερος από φωνές που τσακίζουν την εκτίμηση στον εαυτό μου. Χωρίς ενοχή, έχω καταφέρει να είμαι πια ελεύθερος ενήλικας. Υπεύθυνος και αυτόνομος. Εάν προσπαθήσω για οτιδήποτε άλλο, εάν επιχειρήσω να γίνω ελεύθερος χωρίς να αναλάβω την ευθύνη για την ελευθερία μου, τότε απλώς έχω δραπετεύσει στην φαντασία μου και όχι στην πραγματικότητα.

Όσο τρομαχτικό κι αν φαντάζει αυτό για κάποιον που μπορεί να έχει περάσει τη μισή του ζωή σε σχέσεις εξάρτησης, ας κρατάει στο νου του το εξής. Όσο εναποθέτω την προσδοκία του να γίνω ευτυχισμένος σε κάποιον άλλο, τόσο είναι στο χέρι του αν θα την εκπληρώσει. Μα, πώς θα μπορούσε να το κάνει αφού οι εξαρτήσεις είναι πάντοτε αμφίδρομες και θα απαιτούσε κι από εκείνον κάτι. Την προϋπόθεση να αντέχει να είναι ομοίως ελεύθερος.

Η ευτυχία είναι μια προσωπική υπόθεση που αφορά δύο• εμένα και τον εαυτό μου. Όσο το καταλαβαίνω, τόσο πιο αρμονική είναι η σχέση μεταξύ μας. Όσο διστάζω να αναλάβω την ευθύνη μου όμως, τόσο από φόβο θα καταλήγω να υπηρετώ την ευτυχία κάποιου άλλου.

Facebook Twitter Google+ LinkedIn