Το χάδι στον σκαντζόχοιρο

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΙΑΚΩΒΟΣ ΣΙΑΝΟΥΔΗΣ
Bsc Ψυχολογίας, Συνθετικός Ψυχοθεραπευτής-Συγγραφέας|

Από την στιγμή που γεννιόμαστε, ξεκινά ο αγώνας να αντισταθούμε στην ανάγκη να παραμείνουμε ταυτισμένοι με εκείνη που μας κουβάλησε. Η φυσική μας τάση είναι να παρατείνουμε αυτό τον δεσμό μέχρι να μπορέσουμε να αντέξουμε τις δυσκολίες αυτού του κόσμου. Όσο πιο ομαλή είναι η μετάβαση στην αυτονομία, τόσο πιο εύκολη είναι και η ζωή μετά. Το πλαίσιο που διδασκόμαστε την μετάβαση, γίνεται και η πρώτη σχέση της ζωής μας. Μέσα από αυτή την σχέση μαθαίνουμε τι είναι η αγάπη και αυτή η νοηματοδότηση, θα συντροφεύσει κάθε επόμενη επιλογή μας. Είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της. Η σχέση, λοιπόν, βασίζεται στην ικανότητά μου να αγαπώ, αλλά το πώς αγαπώ χρειάζεται να μπορώ να το κατανοήσω, όχι μόνο μέσα από το τι είναι αγάπη, αλλά και από τι δεν είναι.

34881914_1386688154765960_5384561105555161088_n

Η αγάπη δεν είναι κτητική, ούτε αποκλειστική. Δεν μπορώ να αγαπώ αποκλειστικά έναν άνθρωπο και να μην αγαπώ κανένα άλλο. Δεν μπορώ να συνδέομαι μόνο κάποιον και κανέναν άλλο. Η αγάπη δεν έχει ποτέ μόνο ένα αντικείμενο προβολής, αντ’αυτού, είναι μία ακτινοβολία που ραίνει όποιον μπαίνει στη ζωή εκείνου που αγαπά. Όταν αγαπώ μονάχα έναν, καλό είναι να αναλογιστώ αν αυτή η αγάπη έχει αξιώσεις από τον άλλο. Αν έχει απαίτηση. Αν έχει κτητικότητα. Αν ναι, τότε αξίζει να αναλογιστώ, έπειτα, κατά πόσο αυτή η αγάπη έρχεται με συνθήκες, αφού το Αν χρειάζεται πάντα κάτι για να υπάρχει έστω και ως λέξη. 

Αν υπάρχουν συνθήκες, αυτή η αγάπη έχει αρκετή εξάρτηση καθώς έχω εναποθέσει όλη την ψυχική μου ικανότητα σε ένα άτομο. Αυτό το σ’αγαπώ, έχει μέσα το σ’αγαπώ για αυτό που χρειάζομαι να γίνεις• να γίνεις ένας ολόκληρος κόσμος για μένα. Το άλλο, έχει το σ’αγαπώ για αυτό που είσαι. Σε αγαπώ μέσα από την αποδοχή μου, όχι μέσα από την φαντασία μου. Είναι αγάπη που δεν βασίζεται στο πρόσωπο του άλλου, αλλά στην ικανότητά μου να αγαπώ χωρίς όρους. Αυτή η αγάπη έχει βάση την ευγνωμοσύνη και την εκτίμηση και είναι η μόνη αγάπη που δεν μπορεί να με στερήσει. Η εξάρτηση, εξάλλου, δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι αγάπη αφού καμία αγάπη δεν είναι αγώνας επιβίωσης.

Αγαπώ τον άλλο, όμως, αφού πρώτα αγαπώ εμένα. Δεν μπορώ να αγαπήσω εμένα εάν έχω εναποθέσει όλη την ικανότητα μου για αγάπη σε κάποιον άλλο. Εκεί θα εξαρτηθώ. Θα με κυβερνήσει ο άλλος από μέσα. Και θα του επιτρέψω να με κυβερνήσει με μεγάλη χαρά ακόμα κι αν γκρεμίζομαι κατ’επανάληψη. Κι εκεί, για πόσο να ζητήσουμε από τον πόνο ή το θυμό να μείνουν μέσα μας αδιαμαρτύρητοι;

Δύο λουλούδια δεν τα φυτεύουν ποτέ στην ίδια γλάστρα γιατί θα καταλήξει το ένα να κλέβει τον ήλιο του άλλου και να ξεραθούν ή το άλλο να κλέβει το νερό του ενός και να αφυδατωθούν. Και το μόνο αισιόδοξο αποτέλεσμα θα είναι ένα από τα δύο να πεθάνει για να ζήσει το άλλο. Δύο λουλούδια φυτεύονται το καθένα στη δική του γλάστρα και έπειτα μπορείς να πλησιάσεις αυτές τις γλάστρες όσο θες μεταξύ τους. Το κάθε ένα είναι μοναδικό. Θέλει άλλο χώμα που έχει άλλα συστατικά για να λάμψει το φύλλωμά του. Θέλει άλλη συχνότητα στο πότισμα για να καρποφορήσει και να ωριμάσει. Οι συνθήκες του ενός, λοιπόν, μπορεί να είναι τοξικές για το άλλο.

Ένα περιστατικό μου είχε μεγάλο φόβο να μπει σε σχέση. Φοβόταν τη δέσμευση και συγκεκριμένα το να αφεθεί. Κάθε φορά που αφηνόταν, κατέληγε να τον χειρίζονται και να τον ματαιώνουν. Όταν μιλήσαμε, αναδύθηκε κάτι πολύ σημαντικό. Ο άνδρας αυτός δεν είχε αφεθεί ποτέ σε αυτό που ένιωθε. Αφηνόταν στα χέρια του άλλου. Το Άφημα, όμως, σημαίνει ένα και μόνο πράγμα. Αφήνομαι να σ’αγαπώ χωρίς να νιώθω φόβο ή ενοχή. Αφήνω την αγάπη μου ήσυχη από αυτά. Όχι αφήνομαι στα χέρια σου να με πλάσεις όπως σου ταιριάζει καλύτερα.

Κι όπως με κάθε φόβο που δεν παραδεχόμαστε, είναι εκεί και μας βασανίζει σε κάθε μας επιλογή. Κι αν ό,τι έχει δοκιμάσει το ασυνείδητό μας προηγουμένως έχει αποτύχει, η πιο συνήθης άμυνα που χρησιμοποιούμε ενάντια σε αυτό που νιώθουμε, είναι η λογική. Βέβαια, χρειάζεται να γνωρίζω αν η λογική μου είναι συμπλήρωμα βοήθειας στην κατάσταση ή είναι ματαιωτική. Πρωτίστως, λοιπόν, ωφέλιμο είναι να συνειδητοποιήσω ότι η λογική που επικαλούμαι δεν είναι δική μου, αλλά των άλλων. Οι άνθρωποι, όπως και όλα τα όντα, γεννιόμαστε με συναισθήματα. Η λογική που υιοθετούμε είναι η λογική του σπιτιού που μεγαλώνουμε. Για αυτό και αυτό που είναι αυτονόητο για σένα, δεν είναι για μένα. Αν, λοιπόν, η λογική του σπιτιού μου υπήρχε στερητική, ερχόταν με την επιβολή όρων στο πώς πρέπει να αισθάνομαι ή στο τι οφείλω να είμαι, στερητικος θα είμαι κι εγώ με τον εαυτό μου.

Καποια γενναία γυναίκα που συνομιλούσα, μού εκμυστηρεύτηκε οτι ο σύντροφός της, της έλεγε συνέχεια ότι δεν την θέλει, ότι του πέφτει λίγη, αλλά δεν την εγκατέλειπε παρά την απαξιωτική συμπεριφορά του. Αν και με τη λογική της αντιλαμβανόταν ότι του προσέφερε πάρα πολλά για να την αφήσει, δεν έπαυε να φοβάται πώς εκείνος θα έφευγε και είχε βαλθεί να αναλύσει τη συμπεριφορά του ώστε να κατευνάσει τον φόβο της. Προσπαθούσε στις  συναντήσεις μας να μαντέψει τι μπορεί να ένιωθε εκείνος και της φερόταν έτσι. Όμως, εκεί που κάνω υποθέσεις για τον άλλον, δεν κάνω τίποτα περισσότερο από προβολές, αφού στις σκέψεις μου δεν είμαι ποτέ μόνος. Υπάρχει η φωνή της μητέρας μου, του πατέρα μου και κάθε σημαντικού άλλου. Και αν αυτοί οι άλλοι υπήρξαν επικριτικοί, επικριτικές θα είναι και οι προβολές μου. Αν θέλω να δω τι εξυπηρετεί η στάση του άλλου, αρκεί να δω πώς αισθάνομαι στην καρδιά μου. Εκεί που είμαι πραγματικά εγώ. 

Εκείνη φοβόταν, όπου αυτό ήταν και το ζητούμενο για εκείνην από τον σύντροφό της, όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια. Να της διακίνησει το φόβο ώστε να μην τον εγκαταλείψει εκείνη. Είναι πολύ πιο ωφέλιμο, λοιπόν, από το να βγάλω με τη λογική μου άκρη, να μου επιτρέψω με την καρδιά μου να βγάλω δάκρυ. Πάντοτε, εξάλλου, όταν απελευθερωνόμαστε συναισθηματικά, τα πράγματα γίνονται λίγο πιο εύκολα.

Εάν, όμως, μάθαμε να φοβόμαστε το συναίσθημά μας, συνήθως θα επιλέγουμε το πρώτο. Της λογικής την άκρη. Χτίζουμε ένα φρούριο λογικής και οχυρονώμαστε μέσα του. Όμως, η πίεση παραμένει. Κι ο λόγος για αυτό είναι το ότι η πίεση δεν προέρχεται ποτέ πραγματικά από έξω προς τα μέσα, αλλά από μέσα προς τα έξω. Ποτέ δεν μας περιορίζει ο άλλος. Εμείς περιοριζομαστε σε σχέση με εκείνον. Το οχυρό καταλήγει φυλακή. Κι όσο κι αν ζητάμε από τον άλλο να μας πλησιάσει, δεν θα μπορούμε να νιώσουμε το παραμικρό ακόμα κι αν το κάνει.

Δεν μπορείς, όμως, να χαϊδεψεις έναν σκαντζόχοιρο γιατί και εσύ θα τρυπήσεις τα χέρια σου και ο σκαντζόχοιρος δεν θα αισθανθεί το χάδι. Χρειάζεται να σου επιτρέψει να γυρίσει την κοιλιά του που είναι μαλακή. Μόνο εκεί δεν θα πληγωθεί κανείς από τους δύο. Η εμπιστοσύνη χτίζεται μέσα από αμοιβαιότητα.

Η αμοιβαιότητα, ωστόσο, χρειάζεται να εμπεριέχει την θέληση, όχι τον καταναγκασμό. Να είναι προϊόν ελευθερίας και όχι αποτέλεσμα στερητικού αυτοματισμού. Εάν στις πρώτες σχέσεις μου πιεζόμουν να αισθανθώ κάτι διαφορετικό από αυτό που αυθόρμητα ένιωθα, μόνο και μόνο για να ευχαριστήσω τον άλλο, τότε και έπειτα θα αναβιωνω την ίδια πίεση σε κάθε γνωριμία που δεν θα μου ταιριάζει.

Μόλις θα μου δίνει κάποιος κάτι, θα πρέπει να το επιστρέφω ακόμα κι αν ο άλλος μου είναι αδιάφορος. “Εκτιμώ την προσφορά του” θα λέω συνήθως. “Δεν αξίζει εκείνος που μας δίνει, να λάβει και από εμάς;” Και εκεί καταλαβαίνω το τραύμα που υπάρχει από κάτω. Αν δεν δώσω σε εκείνον που μου έδωσε, αν δεν δώσω πίσω, δεν αισθάνομαι ότι άξιζα που έλαβα. Η αξία μου εξαρτάται από την χρησιμότητά μου στον άλλο. Όμως, πόσο ανεβαίνει αυτή η αξία όταν καταναγκάζω τον εαυτό μου να δώσει; Όταν τον πιέζω; Μάλλον δεν ανεβαίνει. Ίσα-ίσα, πέφτει κι όλας. Εκεί είμαι κακός γονιός που λέω στον εαυτό μου “Πες ευχαριστώ με το ζόρι”. 

Πριν σχετιστώ με τον άλλο, λοιπόν, χρειάζεται να σχετιστώ με εμένα. Να με κάνω την πρωταρχική σχέση μου και να επανορθώσω όποια καταγραφή με δυσλειτουργεί. Όπως ένα παιδί μπροστά από μία δυσκολία, εκεί που έχει περισσότερη ανάγκη από κάθε φορά να το αποδεχτεί ο γονιός για την αδυναμία του, έτσι εγώ τώρα χρειάζεται να παίξω αυτόν τον ρόλο.

Λίγο πριν το αποφασίσουμε, τις τελευταίες εκείνες στιγμές, έρχεται το ύστατο τέχνασμα του φόβου “Κι αν δεν τα καταφέρω; Κι αν το δοκιμάσω και φάω τα μούτρα μου;” Αν φοβόμαστε, αρκεί να σκεφτούμε το εξής. Δεν υπάρχει πιο ωφέλιμο από το να φάμε τα μούτρα μας. Ένα παιδί που στον αυθορμητισμό του τρέχει, μπορεί να σκοντάψει και να γδάρει τα γόνατά του, ναι. Τότε, όμως, και μόνο τότε του παρουσιάζεται μια μοναδική ευκαιρία. Η δυνατότητα να αγνοήσει την πληγή του ή να την φροντίσει και μέσα από αυτό να μάθει να φροντίζεται. Ένα πράγμα είναι που χρειάζεται πάνω απ’όλα να συνειδητοποιήσουμε. Εάν δεν μου ταιριάζει αυτό που είμαι, εκεί χρειάζεται να μ’ αγαπήσω ακόμα πιο πολύ, αν θέλω να γίνω κάτι άλλο, κι όχι να περιμένω να γίνω πρώτα για να το κάνω μετά. Αυτή είναι και η μόνη οδός.

Να καταλάβω ότι δεν χρειάζεται να αλλάξω για να με αγαπήσω. Χρειάζεται, όμως, να με αγαπήσω για να αλλάξω.

Facebook Twitter Google+ LinkedIn