Το όριο στην επαφή

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΙΑΚΩΒΟΣ ΣΙΑΝΟΥΔΗΣ
Bsc Ψυχολογίας, Ψυχοθεραπευτής-Συγγραφέας|

Από πριν γεννηθούμε, σχοινοβατούμε ανάμεσα από το μαζί και το μόνοι. Υπάρχουμε μεταξύ της συγχώνευσης και της πορείας μας προς την αποκοπή του λώρου και την εξατομίκευση. Σε αυτό το σημείο, και για λίγο ακόμα πιο μετά, το Εγώ μας είναι συνυφασμένο με το Εγώ εκείνης που μας κουβαλά• της μάνας. Και όλη η πορεία αφού γεννηθούμε, αφορά την ομαλή αποκοπή από εκείνη και την ικανότητα να αντέχουμε δίχως να αποτελούμε μέρος ενός συμβιωτικού σχήματος.

Όσοι το καταφέρνουν αυτό, είναι και εκείνοι οι οποίοι ζουν ευτυχισμένες ζωές. Συνειδητές ζωές, των οποίων οι επιλογές είναι προϊόντα ενεργής σκέψης και διαλόγου με τον εαυτό και όχι πράξεις ασυνειδησίας που αδειάζουν τις συναισθηματικές τους αποθήκες.

birds

Είναι εκείνοι που αντέχουν το μαζί όσο αντέχουν και το χώρια. Γιατί οι υπόλοιποι, εκείνοι που δεν έχουν καταφέρει να κόψουν ακόμα τον ομφάλιο λώρο, δεν αντέχουν ούτε το μαζί όσο παράξενο κι αν μοιάζει. Το φανερώνουν οι επιλογές τους. Είναι επιλογές οι οποίες είτε τους καταλήγουν μόνους, ή τους αφήνουν με ένα βαθύ αίσθημα απογοήτευσης ακόμα κι αν καταφέρουν να σχετιστούν με κάποιον.

Και αυτό συμβαίνει γιατί οι πρώτοι είναι ικανοί να χαράξουν όρια μεταξύ εκείνων και του κόσμου στον οποίον ζουν. Είναι ικανοί να ξεχωρίζουν που ξεκινά ο ένας και που τελειώνει ο άλλος μέσα σε μία σχέση. Είναι ικανοί να αντέχουν να ζουν αυτόνομοι, ακόμα και ως σύντροφοι, χωρίς να χρειάζεται να αποτελούν δύο μισά που ελπίζουν στο να γίνουν ένα ολόκληρο. Αντιθέτως, είναι δύο ολόκληρα που όταν αθροίζονται δίνουν κάτι περισσότερο από το άθροισμά τους.

Για αυτό και όσοι αναζητούν το άλλο τους μισό, έχουν ανάγκη να επιβεβαιώνουν την παρουσία του συνεχώς μέσα από κρίσεις ακραίας ζήλιας, αφού δίχως αυτό αισθάνονται ημιτελείς• ανίκανοι να τα καταφέρουν μόνοι. Αυτοί είναι και που σχετίζονται εξαρτητικά, μα η εξάρτηση δεν είναι σχέση, αλλά αγώνας για επιβίωση.

Για αυτούς το να θέσουν όρια μεταξύ εκείνων και του άλλου, το να διαχωρίσουν τις ανάγκες από τους φόβους τους, το να ξεχωρίσουν τις σκέψεις από τα συναισθήματά τους και να αναλάβουν την ευθύνη τους, είναι κάτι τρομερά απειλητικό αφού οδηγεί στην αυτονομία.

Όμως, το όριο δεν είναι όριο διαχωρισμού, όπως πιστεύουν πολλοί, αλλά όριο επαφής. Δεν μας διαχωρίζει από τους αλλους. Αντιθέτως, είναι ο κοινός τόπος στον οποίο λαμβάνει χώρα η σχέση• ζει, αναπνέει και προστατεύεται εφόσον προστατεύονται και οι ίδιοι που αλληλεπιδρούν.

Οτιδήποτε άλλο, οτιδήποτε έστω και κατ’ελάχιστα διαφορετικό, οτιδήποτε απαιτεί να ακρωτηριαστεί κάτι για να πλησιαστούμε, είναι συγχώνευση και η συγχώνευση αρρωσταίνει, αφού αυτό που νιώθεις, το νιώθω κι εγώ. Αυτό που σε θυμώνει, θυμώνει κι εμένα, και εκεί χάνεται η αίσθηση του εαυτού άρα και η πηγή από την οποία αντλείται το συναίσθημά μου για σένα.

Αυτού του είδους οι σχέσεις, οι δυσλειτουργικές σχέσεις, αρρωσταίνουν. Αλλά, όπως υπάρχουν αυτές, έτσι υπάρχουν και οι σχέσεις που θεραπεύουν. Και η θεραπεία είναι εκεί που συναντιώνται δύο οντότητες, στο μεταξύ. Εκεί υπάρχουμε οι άνθρωποι, στην αλληλεπίδραση. Έξω από αυτή είμαστε αδρανή κελύφη. Ανενεργοί και ακαθόριστοι. Χωρίς την πολύτιμη ιδέα του ποιοι είμαστε.

Το Εγώ υπάρχει στο Εμείς. Είναι το χώμα, το νερό και τ’οξυγόνο του. Και για να υπάρξει καλά το Εγώ, πρέπει το Εμείς να είναι ικανό να το χωρέσει ολόκληρο. Χωρίς συνθήκες και όρους. Χρειάζεται το Εμείς να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του Εγώ, να το φροντίζει, να το εμπεριέχει. Να είναι ένα Εμείς κατανοητικό, συγχωρητικό. Ένα Εμείς που δεν τιμωρεί, αλλά μας αναμορφώνει.

Να είναι ένα Εμείς που να αντέχει τη σχέση. Όλη η ουσία είναι στη σχέση, στο μεταξύ. Στο μεταξύ από εμένα και τον άλλον, στο μεταξύ από εμένα και εσένα, στο μεταξύ εμού και όλου του κόσμου. Σε αυτό το μεταξύ που, αν είναι υγιές, είμαι υγιής κι εγώ. Αν είναι νοσηρό, μαθαίνω να είμαι νοσηρός για να υπάρχω μέσα του και έπειτα το κουβαλάω και στον έξω κόσμο με τον ίδιο τρόπο. Αναζητώ Εμείς που είναι απορριπτικά, ματαιωτικά, καταβροχθιστικά, διωκτικά ή τιμωρητικά, και αυτό το βαφτίζω αγάπη γιατί αυτό πλησιάζει το μοντέλο που μου έμαθαν. Όμως, πόση από τη ζωή μας θα αφήσουμε στο ασυνείδητο πριν αρρωστήσουμε βαθιά; Πριν το δέντρο της ψυχής μας μαυρίσει ως την ρίζα του από τον πόνο;

Όλη η ζωή μας χτίζεται γύρω από την απάντηση που θα δώσουμε. Και εκεί που είναι πιο στέρεη, είναι στο να πάρω το θυμό και τη θλίψη και να τους δώσω όνομα. Να τα κατανοήσω. Και έπειτα να τα στρέψω προς εμένα με έναν τρόπο παραγωγικό. Να είναι παραγωγικός ο θυμός, ο θρήνος μου. Να μην βγαίνει και με αφήνει άδειο, ανικανοποίητο, αλλά να κατανοώ το γιατί του. Να με κάνει να αναρωτηθώ εάν θέλω να παραμείνω σε συνθήκες οι οποίες με κάνουν και θυμώνω ή είμαι διατεθειμένος να αντέξω να δοκιμάσω κάτι άλλο. Να δοκιμάσω να σχετιστώ με έναν τρόπο που θα μου επιτρέψει επιτέλους να συνδεθώ τόσο με τον εαυτό μου, όσο και με τον πραγματικό άλλο.

Και όταν το κάνω, το πιο σημαντικό για να το διατηρήσω αυτό είναι να μπορέσω να τον ακούσω χωρίς να τον κρίνω. Να τον ακούσω έξω από την ανάγκη μου να τον ερμηνεύω. Να πάψω να ερμηνεύω πρώτα και να ακούω μετά. Να προσπαθήσω να μην περνάει ο διάλογος των ψυχών μας μέσα από το θυμικό μου, μέσα από τη δική μου κακή εμπειρία και έπειτα να με φτάνει, αλλά να με φτάνει όσο πιο άμεσα γίνεται. Και το μέσο για αυτό είναι η βαθιά κατανόηση του δικού μου εαυτού. Το κοίταγμα μέσα μου. Όσο πιο μέσα αντέχω να κοιτάξω. Εκεί είναι το πραγματικό θάρρος. Εκεί είναι το πραγματικό “προσπαθώ για τη σχέση”.

Άπαξ και γεννηθούμε, δεν μπορούμε ποτέ να είμαστε συγχωνευμένοι με κάποιον άλλον. Όσο πιο γρήγορα το καταλάβουμε αυτό – όσο πιο γρήγορα μας έχουν γαλουχήσει να το καταλαβαίνουμε δηλαδή – τόσο πιο γρήγορα θα μπορούμε να αντέχουμε τον εαυτό μας έξω από οποιοδήποτε εξαρτητική σχέση. Όλη η ποιότητα της ζωής είναι σε αυτή τη συνειδητοποίηση. Στο ότι γεννιόμαστε για να είμαστε αυτόνομοι και όχι συγχωνευμένοι.

Ότι κόβουμε τον ομφάλιο λώρο για να μπορούμε να απομακρυνθούμε και ότι η απομάκρυνση δεν χρειάζεται να είναι απειλητική όπως μας μαθαίνουν, γιατί έτσι μας μαθαίνουν. “Μην φεύγεις μακριά… Μην είσαι κάπου χωρίς να σε βλέπω, μην απομακρυνθείς… Μην προχωράς χωρίς εμένα… Μην με αφήνεις…” Και δεν αναφέρομαι σε παιδιά νεαρής ηλικίας, αλλά σε ενήλικες. Ίσως αλλάζει η φρασεολογία, αλλά η ουσία παραμένει αυτή. Από μικρούς μας μαθαίνουν ότι, αν απομακρυνθούμε, δεν θα βρούμε κανέναν όταν επιστρέψουμε και θα απομείνουμε μόνοι.

Αυτοί, όμως, που το κηρύττουν αυτό είναι οι φοβισμένοι. Εκείνοι που, αντί να αγκαλιάσουν τον πόνο τους, τιμώρησαν τον εαυτό τους που τον αισθάνθηκε. Και όσο κάτι το τιμωρώ, τόσο το κάνω να αισθάνεται ένοχο. Και η ενοχή θα ζητάει μόνο ένα πράγμα. Περισσότερη τιμωρία. Πώς θα μπορέσει κάποιος, λοιπόν, να πάει παρακάτω, σε κάτι που θα τον φροντίσει, θα τον εμπεριέξει, θα τον γιατρέψει, εάν αισθάνεται ότι δεν το αξίζει; Πολύ απλά, δεν θα μπορέσει.

Για να μπορέσω να προχωρήσω, για να μπορέσω να αντέξω την αυτονομία μιας υγιούς σχέσης, χρειάζεται πρώτα να κατανοήσω τον εαυτό μου για όλο τον χρόνο που δεν κατάφερε να χαράξει το πολύτιμο όριο μεταξύ εκείνου και των άλλων• το περίφημο όριο της επαφής. Να τον αγκαλιάσω που φοβήθηκε, αφού αυτό ήταν αυτό που του έμαθαν, και να τον συγχωρήσω που δεν αναζήτησε νωρίτερα το δικό του νόημα.

Αυτή η διστακτικότητα έχει να κάνει με την πρώτη σχέση της ζωής μας. Αν έχουμε πάρει αυτό που χρειαζόμασταν στην σχέση μας με τη φιγούρα της μητέρας – την επιβεβαίωση ότι ο άλλος θα είναι εκεί σε κάθε συνθήκη, χωρίς όρους, ακόμα και στην απουσία του, εφόσον θα τον κουβαλάμε μέσα μας – τότε είμαστε έτοιμοι να αποχωριστούμε τη δυαδικότητα και να περάσουμε σε μια μορφή υπεύθυνης ελευθερίας. Εάν όχι, όλη μας η ζωή θα είναι μια αναζήτηση αυτής της σχέσης μόνο που, επειδή αυτή η σχέση υπήρξε ματαιωτική, καμία εμπειρία δεν θα μας δίνει αυτό που λαχταράμε. Κι εκεί, λοιπόν, χρειάζεται ένα όριο ανάμεσα από την κακή παιδική μου εμπειρία και την εμπειρία του παρόντος.

Το όριο είναι εκεί που υπάρχει αρκετος χώρος να αντέξει εμένα, εσένα, και τη σχέση μας. Εκεί που και οι τρεις μπορούμε να έρθουμε σε επαφή χωρίς να χάσουμε την αίσθηση του εαυτού μας. Οτιδήποτε άλλο, που αναγκάζει κάτι από τα τρία να περισσέψει, δεν είναι όριο, αλλά κορσές. Κορσές που θα με σφίγγει ώσπου να χωρέσω κι ας σταματήσω ν’αναπνέω.

Όριο είναι να το καταλάβω κι αυτό. Να το καταλάβω και να με διαχωρίσω από το τραύμα μου, όχι τελείως, αλλά αρκετά ώστε να κάνω χώρο και για την εμπειρία του παρόντος. Η ζωή είναι εκεί που η εμπειρία της λειτουργεί υπέρ εμού, όχι εκεί που με οδηγεί στην ματαιωτική επανάληψη της παιδικής μου ηλικίας.

Αυτός είναι και ρόλος του ορίου εξάλλου. Ένας τόπος που θα μπορώ να φωνάξω ότι δεν είμαι πια ο αυτοματισμός μου, αλλά αυτός που επιλέγω.

Facebook Twitter Google+ LinkedIn