H κατάθλιψη σε παιδιά & εφήβους

ΓΡΑΦΕΙ Η ΕΥΗ ΚΑΠΑΣΑΚΑΛΙΔΗ
Σύμβουλος ψυχ. υγείας-Συνθετική ψυχοθεραπεύτρια|

Η λέξη “κατάθλιψη” πολλές φορές χρησιμοποιείται για ένα ευρύ φάσμα συναισθηματικών καταστάσεων που μπορεί να είναι είτε φυσιολογικές είτε παθολογικές. Η κατάθλιψη μπορεί να αποτελεί μια φυσιολογική διάθεση ή συναίσθημα, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση μιας σημαντικής απώλειας ή θανάτου ενός αγαπημένου προσώπου ή ένα σύμπτωμα στην περίπτωση που η κατάθλιψη είναι μια μορφή αντίδρασης στο στρες ή μια δευτερογενής αντίδραση ενός ασθενούς με οργανικά η ψυχιατρικά προβλήματα. Θα μπορούσε να οριστεί ως μια κατάσταση παθολογικής θλίψης που συνοδεύεται από σημαντική μείωση του αισθήματος προσωπικής αξίας και από την επώδυνη συνείδηση της επιβράδυνσης των νοητικών, ψυχοκινητικών και οργανικών διαδικασιών. Ορίζεται, λοιπόν, κατά κύριο λόγο από τις ψυχολογικές, συμπεριφορικές, γνωστικές και βιολογικές εκδηλώσεις της.

teenager.thumbnail

Η κατάθλιψη σε εφήβους από πολλούς ερευνητές έχει διαπιστωθεί ότι αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά και πιο παρατεταμένα προβλήματα που αφορούν την δημόσια ψυχική υγεία. Το National Institute of Mental Health αναφέρει ότι το 11,2% των εφήβων (ηλικίας 13-17 ετών) είχε εμπειρία καταθλιπτικής διαταραχής κάποια στιγμή της ζωής του. Η κατάθλιψη στην εφηβεία έχει συνδεθεί από ερευνητές με την κατάθλιψη στην ενήλικη ζωή και με σοβαρά ελλείμματα στον εργασιακό, οικογενειακό και κοινωνικό τομέα.

Στο επίκεντρο της καταθλιπτικής διαταραχής, σύμφωνα με τις ψυχοδυναμικές θεωρίες, βρίσκεται η πραγματική ή φανταστική απώλεια ενός σημαντικού ή αγαπημένου αντικειμένου λόγω θανάτου, χωρισμού ή απόρριψης ή συμβολικά μέσα από την απώλεια κάποιου συγκεκριμένου ή και σχετικά αφηρημένου ιδεώδους ή ιδανικού. Σε γενικές γραμμές αυτά τα “αντικείμενα” είναι άτομα που υπήρξαν σημαντικά στα αρχικά στάδια της ζωής ενός ατόμου, συνήθως πρόκειται για τους γονείς ή την μητέρα. Η απώλεια αυτή στην πρώτη παιδική ηλικία λειτουργεί ως “προδιάθεση”, ως παράγοντας που κάνει το άτομο ευάλωτο.

Τα άτομα που είναι ευάλωτα στην κατάθλιψη βιώνουν με έντονη αμφιθυμία την σχέση τους με τους σημαντικούς άλλους. Μια έντονη εναλλαγή θετικών και αρνητικών συναισθημάτων που μπλοκάρει στην σχέση με τους άλλους. Αυτή η αμφιθυμία πηγάζει από τις προβληματικές σχέσεις αντικειμένου κατά την παιδική ηλικία.

Όταν αργότερα βιωθούν απογοητεύσεις, τα παλιότερα συναισθήματα έρχονται στην επιφάνεια οδηγώντας σε επεισόδια μελαγχολίας. Τα εχθρικά συναισθήματα (“τους αντιπαθώ”) προς τους άλλους στην συνέχεια προβάλλονται στους άλλους (“με αντιπαθούν”) και τελικά εσωτερικεύονται και προσανατολίζονται προς τον ίδιο τον εαυτό. Έτσι πολλές φορές το καταθλιπτικό άτομο δικαιολογεί αυτήν την αρνητική στάση του απέναντι στον εαυτό του μεγαλοποιώντας κάποιο σφάλμα ή ατέλεια του.

Ο Freud συνέκρινε το πένθος με την μελαγχολία και υποστήριξε ότι το πένθος είναι κατά κανόνα η αντίδραση στην απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου ή ενός αφηρημένου υποκατάστατου, λόγου χάρη της πατρίδας, της ελευθερίας, ενός ιδανικού. Υπό ανάλογες συνθήκες μπορεί να εμφανιστεί σε κάποια άτομα μελαγχολία. Η μελαγχολία χαρακτηρίζεται από βαθιά ψυχική οδύνη, αδιαφορία για τον έξω κόσμο, απώλεια της ικανότητας για αγάπη, αναστολή εκτέλεσης οποιουδήποτε έργου, μείωση της αυτοεκτίμησης εκδηλούμενη με αυτομομφές που φτάνουν μέχρι την παραληρητική προσδοκία τιμωρίας.

Στην πραγματικότητα αν κοιτάξουμε πιο προσεκτικά τις αυτομομφές τους καταθλιπτικού θα δούμε ότι αυτές ταιριάζουν στον ίδιο αλλά ελαφρά τροποποιημένες ταιριάζουν και σε ένα άλλο πρόσωπο το οποίο ο ασθενής αγάπησε, αγαπά ή έπρεπε να αγαπά. Έτσι μπορούμε να αναγνωρίσουμε τις αυτοκατηγορίες του ασθενούς ως κατηγορίες εναντίον ενός αντικειμένου αγάπης που έχουν μετακυλισθεί στον ασθενή. Η προδιάθεση για τέτοιου είδους αντιδράσεις στις απώλειες, έχει κατά τον Φρόυντ τις ρίζες της στις εμπειρίες της παιδικής ηλικίας όπου το παιδί βίωσε την απώλεια της μητέρας ή της αγάπης της μητέρας.

Μια άλλη πολύ σημαντική ψυχαναλύτρια η Melanie Klein υποστήριξε ότι η προδιάθεση για κατάθλιψη προέρχεται από την ποιότητα της σχέσης μητέρας παιδιού κατά το πρώτο έτος της ζωής. Η Klein δίνει μεγάλη σημασία στην πρώιμη παιδική -βρεφική -ηλικία και περιγράφει την μετάβαση του βρέφους από αυτό που ονομάζει “παρανοείδη-σχιζοειδή θέση” σε αυτό που ονομάζει “καταθλιπτική θέση”. Αν η σχέση με την μητέρα δεν ευνοεί την ανάπτυξη θετικών συναισθημάτων στο παιδί, όπως ότι αυτό είναι καλό, αγαπητό και ασφαλές, το παιδί δεν θα μπορέσει να ξεπεράσει την αμφιθυμία που νιώθει για τα αντικείμενα της αγάπης και θα είναι επιρρεπές σε καταθλιπτικά επεισόδια.

Η πορεία είναι κρίσιμος παράγοντας για την εκτίμηση των κοινωνικών συνεπειών, του κόστους, του κινδύνου αυτοκτονίας και της θνησιμότητας. Περιλαμβάνει την ηλικία έναρξης, τη διάρκεια του επεισοδίου, την επανεμφάνιση των επεισοδίων, τα υπολειμματικά συμπτώματα μεταξύ των επεισοδίων, καθώς και την έκβαση-ύφεση, την χρονιότητα, και τη θνησιμότητα. Η πρόγνωση είναι θεμελιώδους σημασίας για τον γιατρό και τον ασθενή στην λήψη απόφασης για μακρόχρονη θεραπεία, καθώς και για την λήξη της.

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό, η κατάθλιψη, να αντιμετωπίζεται με αποτελεσματικό τρόπο από την εφηβική ηλικία. Σύμφωνα με ερευνητές δεν αρκεί απλά η φαρμακευτική αντιμετώπιση της κατάθλιψης στην εφηβική ηλικία, αλλά είναι απαραίτητη και πολύ σημαντική η ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση.

Facebook Twitter Google+ LinkedIn