Η ψυχολογία των σχέσεων, των αναγκών και των απαιτήσεων

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΙΑΚΩΒΟΣ ΣΙΑΝΟΥΔΗΣ
Ψυχολόγος Bsc, ψυχοθεραπευτής|

Θέλω να της μιλήσω, αλλά αποκλείεται να με προσέξει!” “Δεν ξέρω τι θέλω αυτό τον καιρό…” “Δεν ήταν έτσι στην αρχή… Άλλαξε, πολύ προς το τέλος!”  “Περνάμε τέλεια μαζί… Όλα είναι ιδανικά!”

relationshiptruths

Όλες αυτές είναι φράσεις που είτε έχουμε ακούσει κάποιον να τις λέει ή τις έχουμε πει οι ίδιοι ίσως και περισσότερες από μία φορά. Πως, όμως, τις καταλαβαίνουμε μέσα μας και πως τις επικοινωνούμε; Αντιλαμβανόμαστε τι προεκτάσεις έχουν ή τις αναπαράγουμε ως μηχανισμούς άμυνας;

Για να καταλάβουμε τις σχέσεις πρέπει πρώτα να καταλάβουμε τον εαυτό μας. Τι είναι μία σχέση εάν δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε τη δική μας ταυτότητα από του άλλου; Πολύ απλά, δεν είναι σχέση! Για να γίνει αντιληπτό ας διαλευκάνουμε που, ακριβώς, ξεκινά η αντίληψή μας για την ταυτότητα και τις σχέσεις, τι πραγματικά αφορά αυτή και τις νομίζουμε, εμείς, ότι σημαίνει.

Η έννοια της ταυτότητας ξεκινά πολύ νωρίς, από τα πρώτα – κι όλας – χρόνια ζωής ενός ανθρώπου, όταν ένα βρέφος μαθαίνει να διαχωρίζει την ύπαρξή του από αυτή των άλλων. Αντιλαμβάνεται, δηλαδή, ότι εκτός από αυτό υπάρχει η μητέρα, ο πατέρας και σιγά σιγά γίνεται ενήμερο για όλο το σύστημά του. Αυτό, είναι και το πρώτο βήμα που κάνει στο να σχηματίσει την ατομική του ταυτότητα. Αφού, λοιπόν, διαχωρίσει τον εαυτό του από εκείνους έρχεται η ώρα να εσωτερικεύσει, αυτούς, τους άλλους και να τους αποθηκεύσει στην “μνήμη” του ψυχισμού του.

Ένα βρέφος και – εν συνεχεία – ένα παιδί δεν αποθηκεύει τη φιγούρα τους αλλά την σχέση που έχει αναπτυχθεί μεταξύ εκείνου και της φιγούρας. Για να γίνει περισσότερο κατανοητό, αναλογιστείτε πως όταν κάποιος σκέφτεται τη μητέρα του, μέσα του δεν ανακαλείται μόνο η φιγούρα της αλλά μια εικόνα που δείχνει εκείνη και εκείνον από μία στιγμή της ζωής τους που μοιράστηκαν. Η αντίληψη της εμπειρίας, άρα, είναι πιο δυνατή από την εικόνα.

Ο τρόπος που, αυτό, συμβαίνει είναι που κάνει τη διαδικασία εξαιρετική. Στην αρχή, για ένα βρέφος, όλα αποτελούνται από δύο μέρη, ακόμα και εκείνο! Εάν καλυφθούν οι ανάγκες του για τροφή – παραδείγματος χάριν – τότε για αυτό ευθύνεται ο καλός άλλος. Εάν δεν καλυφθούν είναι έργο του κακού άλλου. Για εκείνο, λοιπόν, υπάρχουν δύο μητέρες. Μία καλή και μία κακή. Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχουν και δύο βρέφη! Το καλό που ικανοποιείται και είναι ήρεμο και γαλήνιο προς την τροφό του και το κακό που κλαίει και αντιτίθεται στην μητέρα που δεν το τάϊσε! Στο τέλος του πρώτου χρόνου, το βρέφος, σιγά σιγά μαθαίνει να αναγνωρίζει ότι ο καλός άλλος και ο κακός άλλος είναι το ίδιο πρόσωπο. Μαθαίνει, δηλαδή, ότι τα πράγματα μπορεί να έχουν διαφορετικές πτυχές και όχι, μόνο, μία. Σιγά σιγά, συγχωνεύει την εσωτερική αναπαράσταση των άλλων με την, πραγματική, εξωτερική ενώνοντας τις καλές με τις κακές πτυχές και πλησιάζει περισσότερο στην αντικειμενική έννοια των άλλων.

Εδώ είναι που δημιουργείται η ικανότητα μας να συναισθανόμαστε αλλά και να  βλέπουμε τον άλλο ως ξεχωριστό και αυτόνομο ον με τις δικές του ανάγκες και τη δική του υποκειμενικότητα. Αυτό, είναι μία πολύ σημαντική συνειδητοποίηση καθώς η ιδέα που έχουμε για κάποιον μέσα μας μπορεί να διαφέρει πολύ από την πραγματικότητα καθώς οι πραγματικότητα δεν κουβαλάει τις απαιτήσεις μας! Αφού, λοιπόν, επιτυγχάνουμε αυτό το διαχωρισμό γιατί συνεχίζουμε να περιμένουμε τους άλλους να φερθούν όπως, εμείς, θα επιθυμούσαμε;

Η αλήθεια είναι ότι αυτό που καθορίζει το αποτέλεσμα είναι η σχέση που έχουμε σχηματίσει μέσα μας μεταξύ της εσωτερικής αναπαράστασης των άλλων και της πραγματικής. Αυτή μπορεί να στοιχειοθετείτε γύρω από την απογοήτευση, την απόρριψη ή την προσκόλληση και είναι συνθήκες που όλοι κουβαλάμε μέσα μας. Ανάλογα τον χαρακτήρα κάποιου, μία από τις τρεις υπερτερεί και επισκιάζει τις άλλες.

Ας δούμε στην πράξη πως μεταφράζεται αυτό. Κάποιος που έχει προσανατολισμένο εαυτό γύρω από την συνθήκη της απογοήτευσης θεωρεί ότι οι ανάγκες του δεν καλύπτονται ποτέ. Αυτή η απογοήτευση που βιώνει τον εμποδίζει να αναγνωρίσει αν, αντικειμενικά, έχει αυτό που θέλει αλλά ακόμα και σε περιπτώσεις που το κάνει θα αναζητήσει, ασυνείδητα, το μόνο που μπορεί να τον απογοητεύσει! Η συμπεριφορά του μπορεί να έχει στοιχεία ανυπομονησίας, ταραχής ή άγχους τα οποία ενδέχεται να προβάλει και να προκαλέσει στους άλλους ως άμυνα.

“Ωραία είναι βγήκαμε για τα γενέθλιά μου αλλά θα προτιμούσα να είχαμε πάει αλλού!”, “Δεν κάνεις, ποτέ, τίποτα για μένα!”

eksarthmenes-sxeseis

Κάποιος που στοιχειοθετείται γύρω από την απόρριψη βιώνει ένα αίσθημα ήττας – πολλές φορές – πριν καν επιχειρήσει κάτι. Βλέπει τον εαυτό του αδύναμο και μικρό μπροστά στους διαχειριστικούς και δυνατούς άλλους και σε ένα βαθμό αναμένει την απόρριψη από εκείνους. Την ίδια στιγμή η προσμονή του, αυτή, τον βασανίζει και έτσι επιλέγει να είναι πολύ υποτακτικός, πειθήνιος και ευγενικός ώστε να μην χρειαστεί να βιώσει την απόρριψη ξανά. Εν ολίγοις απορρίπτει ο ίδιος τις ανάγκες του πριν τον απορρίψουν οι άλλοι.

“Θέλω να της μιλήσω, αλλά αποκλείεται να με προσέξει!”, “Δεν με πειράζει, πάμε όπου θέλεις εσύ…”, “Με όποιον μπλέκω, μου φέρεται άσχημα…”

 Τέλος, σε αυτόν που επικρατεί ένας εαυτός προσκόλλησης ή μονιμότητας επιδιώκει τη διατήρηση σταθερών και ομαλών σχέσεων με τους άλλους. Συγκεκριμένα, αναγνωρίζει την ευχαρίστηση που του παρέχεται και την ικανοποίηση που του προσφέρουν οι άλλοι ή τα πράγματα στη ζωή του. Ταυτόχρονα, όμως, ίσως να αντιτίθεται σθεναρά στην όποια αλλαγή.

“Περνάμε τέλεια μαζί, όλα είναι ιδανικά!”, “Είμαι πολύ ευχαριστημένη από τη δουλειά μου!”, “Δεν χρειάζεται να αλλάξουμε κάτι, όλα είναι τέλεια για μένα”

 Μέσα στην επανάληψη όλων αυτών, πολλές φορές, οι άνθρωποι, αναγνωρίζουμε ότι σφάλουμε, ότι έχουμε παράλογες αξιώσεις για τους άλλους, ότι γινόμαστε άδικοι ή και απαιτητικοί. Αφού αναγνωρίζουμε, λοιπόν, ότι φερόμαστε έτσι ή ότι συναναστρεφόμαστε με άλλους που μας φέρονται αναλόγως γιατί συνεχίζουμε; Η απάντηση βρίσκεται στην ανάγκη μας να επιβεβαιώνουμε, αυτά, τα πρώτα σχήματα που δημιουργήσαμε μέσα μας στην αρχή της ζωής μας. Να επιβεβαιώσουμε, αυτή, την εσωτερική συνοχή που διαφυλάσσει το χαρακτήρα μας.  Δεν χρειάζεται, λοιπόν, να “ξεφύγουμε από τον εαυτό μας” για να νιώσουμε καλύτερα αρκεί, απλά, να τον κατανοήσουμε.

Βιβλιογραφία
Cashdan, S. (1989). Object Relations Therapy: Using the Relationship, U.S.A: W. W. Norton & Company
Fairbairn, W., R., D. (1952). An Object-Relations Theory of the Personality. New York: Basic Books
Goldstein, E., G. (2002). Object Relations Theory and Self Psychology in Social Work Practice. London: Free Press
Gomez, L. (1997). An Introduction to Object Relations Theory. London: Free Association Press
Greenberg, J., R. (1983). Object Relations in Psychoanalytic Theory, Massachusetts: Harvard University Press
Hamilton, N., G. (1999). Self and Others: Object Relations Theory in Practice, New York: Jason Aronson
Holmer, A. (1999). Psychoanalytic Object Relations Therapy, New York: Jason Aronson
Ingra, L. (1998). Αντικειμενότροπες σχέσεις και ψυχοθεραπεία, [Μ. Καραμπεΐδης, μεταφρ.], Αθήνα: Καστανιώτης
Kernberg, O., F. (1995). Object Relations Theory and Clinical Psychoanalysis, New York: Jason Aronson
Masterson, J., F. (1990). The Search for the Real Self: Unmasking The Personality Disorders Of Our Age, London: Free Press
Scharff, D., E. (1995). Object Relations Theory and Practice: An Introduction, New York: Jason Aronson

Facebook Twitter Google+ LinkedIn