Η κατάθλιψη ως μήνυμα αποκοπής: όταν ξεχάσαμε να βλέπουμε τον εαυτό μας.
Γράφει η Εύη Καπασακαλίδη, Συνθετική Ψυχοθεραπεύτρια

Ίσως μπορούμε να μιλήσουμε για την κατάθλιψη, όχι μόνο ως μια ψυχική διαταραχή, που είναι και απαιτεί σοβαρή φροντίδα, αλλά και ως ένα σύμπτωμα βαθιάς απομάκρυνσης από τον εαυτό. Όχι ως επιλογή, όχι ως συνειδητή στάση, αλλά ως κατάσταση που προκύπτει όταν για πολύ καιρό ζούμε μακριά από τις ανάγκες, τα όριά μας και την εσωτερική μας εμπειρία.
Πολλοί άνθρωποι μαθαίνουν από νωρίς να υπάρχουν κυρίως για τους άλλους. Να είναι χρήσιμοι, διαθέσιμοι, προσαρμοστικοί. Να κοιτάζουν τι χρειάζεται ο άλλος, τι απαιτεί η ζωή, η εργασία, η οικογένεια, οι σχέσεις. Το βλέμμα στρέφεται όλο και περισσότερο προς τα έξω. Και χωρίς να το καταλάβουμε, ο εαυτός αρχίζει να μένει εκτός πεδίου. Όχι επειδή δεν υπάρχει, αλλά επειδή δεν του δίνεται χώρος.
Μέσα σε αυτή την εξωτερικά στραμμένη ύπαρξη, η κατάθλιψη μπορεί να εμφανιστεί όχι ως επιλογή, αλλά ως αποτέλεσμα εξάντλησης και αποκοπής. Σαν μια σιωπηλή κατάρρευση που λέει ότι κάτι μέσα μας έχει μείνει χωρίς φροντίδα, χωρίς αναγνώριση, χωρίς φωνή. Δεν έρχεται για να μας «διδάξει» εκούσια. ‘Έρχεται όταν το ψυχικό σύστημα δεν αντέχει άλλο να λειτουργεί μόνο στην υπηρεσία των άλλων.
Η κατάθλιψη δεν είναι δρόμος αυτογνωσίας που διαλέγουμε. Είναι μια οδυνηρή εμπειρία που συχνά παραλύει, σκοτεινιάζει το νόημα, αποκόπτει από τη ζωή. Και χρειάζεται κατανόηση, στήριξη, συχνά επαγγελματική βοήθεια. Όμως, μέσα σε αυτή την ακούσια συνθήκη, συμβαίνει κάτι υπαρξιακό. Ο κόσμος προς τα έξω σιωπά και, αναγκαστικά, το βλέμμα στρέφεται προς τα μέσα.Ο Εαυτός στρέφει το βλέμμα προς τα μέσα και αναστέλλει την επιθυμία, γιατί η επιθυμία τον κάνει πλησιάσιμο, άρα και ευάλωτο στο να απορροφηθεί στο βλέμμα των άλλων και να χαθεί άλλη μία φορά στην εκδοχή τους για το ποιος πρέπει να είναι ή πως πρέπει να νιώθει.
Όταν οι ρόλοι χάνουν τη δύναμή τους, όταν οι απαιτήσεις δεν μας κινητοποιούν πια, αυτό που απομένει είναι η συνάντηση με τον εαυτό: με την κούραση, τη θλίψη, το κενό, αλλά και με τις ανεκπλήρωτες ανάγκες. Είναι σαν κάτι μέσα μας να ψιθυρίζει: «Έχω μείνει πίσω». Όχι επειδή το θελήσαμε, αλλά επειδή για καιρό δεν υπήρχε χώρος για εμάς.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η κατάθλιψη «χρειάζεται» για να στραφούμε στον εαυτό μας. Αντίθετα, ίσως μας φανερώνει πόσο αναγκαίο είναι να βρίσκουμε τρόπους επαφής με εμάς πριν φτάσουμε στην εξάντληση. Να μπορούμε να υπάρχουμε στον κόσμο χωρίς να χανόμαστε μέσα στο βλέμμα των άλλων, χωρίς να διαλυόμαστε μέσα στις απαιτήσεις.
Το ουσιαστικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο «πώς ανακουφίζουμε την κατάθλιψη», αλλά και «πώς καλλιεργούμε σχέση με τον εαυτό μας όσο ζούμε». Πώς μαθαίνουμε να στρέφουμε το βλέμμα προς τα μέσα χωρίς να χρειάζεται να καταρρεύσουμε. Πώς να είμαστε παρόντες στις σχέσεις και στις ευθύνες μας, χωρίς να εξαφανίζεται η δική μας εμπειρία.
Το να στρέφουμε το βλέμμα προς τον εαυτό δεν είναι εγωισμός. Είναι πράξη φροντίδας και επιβίωσης. Σημαίνει να ρωτάμε: Τι νιώθω; Τι αντέχω; Τι χρειάζομαι; Πού πιέζομαι; Πού ακυρώνω τον εαυτό μου για να μη χαλάσω τις ισορροπίες; Να δίνουμε χώρο σε αυτό που συμβαίνει μέσα μας, ακόμα κι όταν δεν είναι βολικό ή εύκολο.
Ίσως, τελικά, η κατάθλιψη, χωρίς να παύει να είναι μια βαριά και ακούσια εμπειρία, να μας αποκαλύπτει κάτι για τον τρόπο που ζούμε. Ότι η επαφή με τον εαυτό δεν μπορεί να αναβάλλεται επ’ άπειρον. Ότι έχουμε ανάγκη να είμαστε ορατοί, πρώτα στα δικά μας μάτια. Να υπάρχουμε όχι μόνο ως λειτουργικοί, δυνατοί, χρήσιμοι, αλλά ως άνθρωποι που αισθάνονται, κουράζονται, χρειάζονται.
Η πρόκληση είναι να βρούμε δρόμους επιστροφής στον εαυτό χωρίς να χρειάζεται να περάσουμε από το σκοτάδι. Να καλλιεργούμε καθημερινά μικρές πράξεις παρουσίας, όπως όρια, σιωπές, επιλογές που μας περιλαμβάνουν, σχέσεις όπου δεν χανόμαστε. Να μάθουμε να στεκόμαστε δίπλα μας όσο στεκόμαστε δίπλα στους άλλους.
Ίσως τότε το βλέμμα που κάποτε στράφηκε προς τα μέσα μέσα από τον πόνο, να μπορεί στο μέλλον να στρέφεται συνειδητά, όχι επειδή καταρρέουμε, αλλά επειδή επιλέγουμε να υπάρχουμε χωρίς να εγκαταλείπουμε τον εαυτό μας.