Να ανήκουμε χωρίς να χανόμαστε
Γράφει η Εύη Καπασακαλίδη, Συνθετική Ψυχοθεραπεύτρια

Η οικογένεια είναι ο πρώτος κόσμος μέσα στον οποίο μαθαίνουμε ποιοι είμαστε και τι ρόλο έχουμε. Δεν μαθαίνουμε μόνο πώς να αγαπάμε, αλλά και πώς «πρέπει» να στεκόμαστε. Ποιος φροντίζει, ποιος κρατά την ισορροπία, ποιος δεν πρέπει να στενοχωρεί κανέναν, ποιος είναι ο δυνατός, ποιος ο αδύναμος κλπ. Αυτοί οι ρόλοι συχνά δεν λέγονται με λόγια, αλλά μεταδίδονται μέσα από σιωπές, προσδοκίες και επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές.
Η οικογένεια είναι ο πρώτος κόσμος μέσα στον οποίο μαθαίνουμε ποιοι είμαστε και τι ρόλο έχουμε. Δεν μαθαίνουμε μόνο πώς να αγαπάμε, αλλά και πώς «πρέπει» να στεκόμαστε. Ποιος φροντίζει, ποιος κρατά την ισορροπία, ποιος δεν πρέπει να στενοχωρεί κανέναν, ποιος είναι ο δυνατός, ποιος ο αδύναμος κλπ. Αυτοί οι ρόλοι συχνά δεν λέγονται με λόγια, αλλά μεταδίδονται μέσα από σιωπές, προσδοκίες και επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές.
Η διαφοροποίηση μέσα στην οικογένεια σημαίνει και κάτι πολύ συγκεκριμένο. Ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να είναι στον ρόλο που του αναλογεί, χωρίς να χρειάζεται να κουβαλά ρόλους που δεν του ανήκουν. Το παιδί να είναι παιδί και όχι γονέας των γονιών του. Ο γονιός να αναλαμβάνει την ευθύνη του, χωρίς να την μεταφέρει συναισθηματικά. Ο σύντροφος να μην αντικαθιστά όλες τις ανάγκες του άλλου.
Όταν οι ρόλοι μπερδεύονται, η οικογενειακή εγγύτητα μπορεί να γίνει εξαρτητική. Ένα παιδί που μεγαλώνει αναλαμβάνοντας να «κρατά» τη συναισθηματική ισορροπία της οικογένειας, μαθαίνει ότι η αξία του βρίσκεται στη φροντίδα των άλλων. Δεν του δίνεται χώρος να αναπτύξει αυτονομία, γιατί νιώθει ότι αν απομακρυνθεί, κάτι θα καταρρεύσει.
Ας σκεφτούμε ένα παράδειγμα. Ένα παιδί μεγαλώνει σε μια οικογένεια όπου ο ένας γονιός είναι συναισθηματικά ευάλωτος. Χωρίς να του το ζητήσει κανείς ρητά, το παιδί μαθαίνει να «προσέχει», να μη στενοχωρεί, να είναι πάντα διαθέσιμο. Σιγά σιγά, ο ρόλος του παιδιού μετατοπίζεται, δεν είναι πια αυτό που φροντίζεται, αλλά αυτό που φροντίζει.
Αυτό δεν δημιουργεί απλώς στενή σχέση, δημιουργεί εξάρτηση. Όχι γιατί υπάρχει αγάπη, αλλά γιατί λείπει η αυτονομία. Το παιδί δεν μαθαίνει ότι μπορεί να απομακρυνθεί χωρίς ενοχή, να διαφωνήσει χωρίς να πληγώσει, να υπάρξει χωρίς να «χρειάζεται» για να λειτουργεί το σύστημα.
Στην ενήλικη ζωή, αυτή η δυναμική συχνά επανεμφανίζεται. Ο ενήλικας μπορεί να μπαίνει σε σχέσεις όπου παίρνει ρόλους που δεν του ανήκουν. Tου σωτήρα, του υπεύθυνου, του πάντα διαθέσιμου. Μπορεί να δυσκολεύεται να ζητήσει βοήθεια, να νιώθει ενοχή όταν θέλει χώρο ή να φοβάται ότι αν σταθεί αυτόνομα, θα χάσει τη σχέση.
Η έλλειψη διαφοροποίησης ρόλων κάνει την αυτονομία να μοιάζει απειλή. Το «στέκομαι μόνος μου» βιώνεται σαν εγκατάλειψη του άλλου. Και τότε η εξάρτηση δεν είναι επιλογή, αλλά τρόπος να κρατηθεί ο δεσμός. Όμως αυτό το κράτημα έχει κόστος. O εαυτός κουράζεται, μπερδεύεται, χάνει τα όριά του.
Μέσα σε τέτοιες συνθήκες, δεν είναι σπάνιο να εμφανιστούν ψυχικές δυσκολίες. Όχι επειδή η οικογένεια «απέτυχε», αλλά επειδή ο άνθρωπος μεγάλωσε χωρίς επαρκή χώρο να γίνει αυτόνομος. Το άγχος μπορεί να εκφράζει τον φόβο ότι αν χαλαρώσει, όλα θα διαλυθούν. Η κατάθλιψη μπορεί να έρθει όταν ο εαυτός παραιτείται από έναν ρόλο που δεν αντέχει πια. Άλλες φορές, ο εσωτερικός έλεγχος γίνεται τρόπος να διατηρηθεί μια αίσθηση συνοχής.
Η διαφοροποίηση, λοιπόν, δεν είναι απόσυρση από την οικογένεια. Είναι αποκατάσταση των ρόλων. Είναι το δικαίωμα του καθενός να ανήκει χωρίς να υπερλειτουργεί, να αγαπά χωρίς να θυσιάζεται, να είναι κοντά χωρίς να χάνει την αυτονομία του.
Ίσως τελικά η υγιής οικογενειακή σχέση να μην είναι αυτή όπου ο ένας δεν μπορεί χωρίς τον άλλον, αλλά εκείνη όπου ο καθένας μπορεί να σταθεί μόνος του και παρ’ όλα αυτά επιλέγει να είναι σε σχέση. Εκεί όπου η αγάπη δεν κρατά, αλλά αφήνει. Δεν εξαρτά, αλλά στηρίζει. Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο εαυτός μπορεί επιτέλους να υπάρξει ολόκληρος.
Eικόνα: Happy Family, painting by Ilan Korda